ΕΠΤΑΚΟΣΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ‘”ΔΕΚΑ ΗΜΕΡΕΣ”

Giovanni_BoccaccioΒοκάκιος,  απεβίωσε: 16/6/1313

Διαβάστε, ακόμα, στο 24grammata.com για τον Βοκάκιο

Α. The Decameron.
Giovanni Boccaccio
Faithfully Translated by J.M. Rigg
Β. «Ευγενής έρωτας και επίγειος έρωτας στο Δεκαήμερο του Βοκκάκιου»
γράφει η Μαρία Χριστίνα Κατάλδο – Χαλκιώτη
(μετάφραση Θεοδώρου Αλεξέλλη)
Γ. Sacred and Profane Love in the Decameron of Boccaccio
by  Maria Cristina Cataldo-Halkioti
Δ. Bibliography of the Decameron

ΕΠΤΑΚΟΣΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ‘”ΔΕΚΑ ΗΜΕΡΕΣ”

γράφει ο Απόστολος Θηβαίος

Μια άλλη προβολή της πραγματικότητας, ένας συγκερασμός των λογοτεχνικών ρευμάτων, προκειμένου να αποκαλυφθεί επιτέλους η τραγική, ανθρώπινη μορφή. Μία σαφής και δίχως ενοχές μίξη του νατουραλισμού και του ρεαλισμού, όπως προτάθηκε ως καλλιτεχνική τάση στη μεταπολεμική Ιταλία του 1940. Δημιουργοί όπως ο Βισκόντι και ο Παζολίνι, καταφεύγουν στη μορφή, τραγουδούν τα ένστικτα, καθώς πρότεινε ο Εμίλ Ζολά, αναπαριστούν δίχως περιστροφές, κάτω από το φως του ρεαλισμού, τη γνησιότητα ενός δράματος ανθρώπινου, απόλυτα ταυτισμένου με τις ειδικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κόσμου που εξέρχεται συντριμμένος από τα ερείπια του δεύτερου, παγκοσμίου πολέμου. Σε τούτη την ηθική στάση η τέχνη στρέφει το βλέμμα της πια στις ρεαλιστικές απεικονίσεις όλων των εποχών, διακρίνοντας πια με όλη την ευκρίνεια έναν κοινό, αισθητικό παρονομαστή. Απαλλαγμένος από τα οράματα, δοσμένος ολόψυχα στην εποχή του, ο άνθρωπος βιώνει την εποχή του και εξαντλείται μες στα όριά της, δίχως μια ελάχιστη πια περιστροφή. Ο Γάλλος Rene Girard πολύ εύστοχα σημειώνει πως πίσω από κάθε μύθο υφίσταται ένας πολιτισμός, εδραιωμένος στην ανθρώπινη, επιθανάτια μοίρα. Μιλούμε για το πτώμα του ανθρώπου, λοιπόν, προβεβλημένο στα πλαίσια του μαρξισμού επικεντρωμένου στον αδιέξοδο κόσμο του προλεταριάτου. Τα λαϊκά στρώματα, το σύγχρονο περιθώριο που θα παράγει έπειτα από χρόνια την ελπιδοφόρα, αστική τάξη εκτίθενται μέσα από το μύθο. Συγκεκριμένες δηλαδή προβολές σε κινηματογραφικό επίπεδο, δάνειων, λογοτεχνικών αναφορών, οι οποίες κατόρθωσαν να αποδώσουν στην εντέλειά του την ανθρώπινη τραγικότητα, τα ένστικτα και τις παραφορές ενός αιώνια εκτεθειμένου σε ένστικτα, απαγορεύσεις και οράματα ανθρώπου.
Πέρα από τη λογοτεχνία, η οποία συνέλαβε με επιτυχία το πνεύμα και το γράμμα της αέναης πάλης του ανθρώπου με το αίσθημα και τη λογική, ο κινηματογράφος με την εικονογραφία του πέτυχε να αναπαραστήσει με πληρότητα τα περιβάλλοντα και τις  εκφάνσεις του ρεαλισμού. Αντλώντας από τα κορυφαία έργα της λογοτεχνία και υπαναχωρώντας δίχως εγωισμό εμπρός στην πληρότητα του λόγου, διαμόρφωσε ένα ανάλογο ύφος και ένα βάθος επαρκές προκειμένου να απεικονίσει το ανθρώπινο είδωλο. Ο Τόμας Μαν, ο Βέργκα, ο Ντοστογιέφσκι αποκαλύπτουν τα ειδικά χαρακτηριστικά και το πνεύμα των μορφών που επιθυμεί και οφείλει να αποδώσει ο κινηματογράφος. Ανάμεσα σε αυτούς οι οποίοι κατόρθωσαν να ερεθίσουν τις φιλμογραφικές αναφορές του ρεαλισμού δεν μπορεί παρά να συμπεριληφθεί και ο Ιταλός Βοκάκιος, μία λογοτεχνική μορφή η οποία διέκρινε τη ζωντάνια και την αλήθεια του ρεαλισμού, αποτυπώνοντας την εποχή του. Μία περίοδο με την ηθική κατάπτωση, τους κοινωνικούς αποκλεισμούς, τη μοιχεία, τις ετερόκλητες σχέσεις και όλα εκείνα τα δευτερεύοντα στοιχεία με τα οποία μπορεί κανείς να περιγράψει ανθρωπολογικά την εποχή μας. Πρόκειται για τη συνειδητοποίηση της μελαγχολικής ηδονής, μια απελπισία όμοια με εκείνη της καλλονής που αντιλαμβάνεται την αέναη πορεία της προς το θάνατο. Ο Λουκίνο Βισκόντι, ένας σπουδαίος κινηματογραφιστής, πρωτοπόρος στον ιταλικό νεορεαλισμό και με μια αισθητική προσέγγιση ανυπέρβλητη, προσηλωμένη στο ωραίο και το εκλεπτυσμένο,- ακόμα και στην εξεικόνιση των χονδροειδέστερων, τραγικών μορφών του-, αντλεί από τον Βοκάκιο και τον Μωπασάν τα βασικά στοιχεία του μύθου. Με όχημα ετούτο τον τελευταίο και τις κύριες μορφές του ο Βισκόντι προσδιορίζει με ακρίβεια και σκληρότητα την ανηθικότητα μιας εποχής, η οποία στηρίζει την εξέλιξή της στα θυελλώδη,ανθρώπινα ένστικτα, προσδιορισμένα μες σε συγκεκριμένες, κοινωνικές συνθήκες.  Η ωραιότητα του Βισκοντικού φιλμ, μπορεί να εκτιμηθεί με βάση την επισήμανση περί του μύθου, του μόνου ικανού δηλαδή μέσου, προκειμένου να απομιμηθούν εκείνες οι πράξεις που αγγίζουν τα όρια της επιθυμίας, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα ευθυγράμμισής τους με τις εποχές και τα κελεύσματά τους, πέρα από τη μοιραία έκβαση του βίου.
Η μελέτη του Ιταλού Βοκάκιου και του «Δεκαημέρου» του είναι δυνατόν να αποσαφηνίσει και να τονίσει την επιρροή του σε μεταγενέστερους δημιουργούς, όπως ο Μωπασάν. Ο Λουκίνο Βισκόντι εκτιμά ετούτη τη διαδραστικότητα της τέχνης, βασίζεται σε ετούτη και επιστρατεύει την φιλελεύθερη αισθητική του λόγου, προκειμένου να συλλάβει και να συλλαβίσει την ίδια την εποχή του, το αστικό δράμα που μαίνεται, ως τη σημερινή εποχή και τις πρώτες ενδείξεις για την εξάντληση της όποιας θεατρικότητάς του. Μνημονεύουμε εκ νέου τον Γάλλο Girard και τη διαπίστωσή του περί ενός μυθιστορήματος που μετατρέπεται από ναό σε ερρειπιώνα. Μα δεν πρόκειται πια για τον λόγο και τα είδη του, αλλά για το πρόσωπο το ίδιο που μοιάζει να δικαιολογεί σε κάθε εποχή την τραγικότητά του, το απαραίτητο εκείνο συστατικό για τις δομές του δράματος. Τόσο ο Βισκόντι, όσο και ο Μωπασάν αντλούν από τον Βοκκάκιο, αποκαλύπτοντας έπειτα από επτακόσια χρόνια πως ο ρεαλισμός υπήρξε  πάντα, καθώς εκείνο το τραγούδι του Σαραντάρη που χύνεται μες στον άνεμο, χάνοντας και κερδίζοντας κάθε τόσο τη βιβλική και μοιραία του φωνή.