Ετυμολογία: η αλήθεια των λέξεων

24grammata.com/Λόγος

γράφει ο Γιώργος Μπαμπινιώτης*

Όσο είναι αλήθεια ότι ο άνθρωπος έχει μια φυσική τάση προς τη γνώση («φύσει του ειδέναι ορέγεται»), άλλο τόσο αληθεύει ότι όλοι μας έχουμε την τάση να αναζητούμε την προέλευση των λέξεων της γλώσσας μας, την αρχική τους σημασία. Οι περισσότεροι άνθρωποι, με διάφορες ευκαιρίες, ετυμολογούν ή συνήθως (από έλλειψη ειδικών γνώσεων) παρ-ετυμολογούν λέξεις: υποθέτουν, διερωτώνται ή και αποφαίνονται για την προέλευση αυτής ή εκείνης της λέξης. Με άλλα λόγια, μιλούν εμπειρικά για το έτυμο μιας λέξης.
Ήδη από τον 1 ο αιώνα π.Χ. παραδίδεται (από τον Διόδωρο τον Σικελιώτη) ότι έτυμον είναι «η αληθής σημασία μιας λέξεως σύμφωνα με την προέλευση της». Η λέξη έτυμον ως όρος προέρχεται από το επίθετο έτυμος που σήμαινε «αληθής» και χρησιμοποιείται ήδη στον Όμηρο: «ψεύσομαι, ή έτυμον ερέω;». Η λέξη είναι από την ίδια ρίζα μ’ ένα άλλο επίσης ομηρικό επίθετο, το ετεός που σημαίνει επίσης «αληθινός, γνήσιος». Από αυτό είναι το όνομα Ετεοκλής (που παραδίδεται ήδη σε πινακίδα της μυκηναϊκής Γραμμικής γραφής Β’) καθώς και άλλα σύνθετα όπως το Ετεό-κρητες (γνήσιοι, αυτόχθονες Κρήτες) στον Όμηρο. Από ένα ομόρριζο επίθετο ετός της ίδιας σημασίας προήλθε το ρήμα ετάζω, που είναι και σήμερα εν χρήσει ως εξ-ετάζω με αρχική σημασία «αναζητώ την αλήθεια – ερευνώ λεπτομερώς». Ολόκληρη λοιπόν η οικογένεια αυτών των λέξεων και ιδιαίτερα η λέξη έτυμον δηλώνουν την αναζήτηση της αλήθειας των λέξεων, δηλαδή την ιχνηλάτηση της προέλευσης τους, που ταυτίζεται με τη σημασία εκκίνησης ή προέλευσης της λέξης, την πρώτη ή αληθινή ή βασική ή ετυμολογική σημασία.
Αυτή η περιπέτεια της αναζήτησης της αλήθειας των λέξεων, δηλαδή η προσπάθεια ετυμολόγησής τους, από τις αρχές του 19 ου αιώνα με την ίδρυση της επιστήμης της (ιστορικοσυγκριτικής) Γλωσσολογίας αποκτά επιστημονικό χαρακτήρα, δηλαδή ασκείται με μεθόδους έγκυρης αναγωγής στην αρχική (ή παλαιότερη δυνατή) μορφή και σημασία της λέξης. Η αναζήτηση της αλήθειας των λέξεων, μορφικής και σημασιολογικής, γίνεται έκτοτε κατά κανόνα επιστημονικά αξιόπιστη.
Η αναζήτηση της αλήθειας των λέξεων (με την έννοια που εξηγήσαμε} είναι ιδιαίτερα ελκυστική στην ετυμολογική έρευνα της ελ¬ληνικής γλώσσας, λόγω της μακραίωνης παράδοσης της, που επιφυλάσσει εκπλήξεις. Μιλώντας για την αλήθεια, λ.χ., ας δούμε την ετυμολογική της προέλευση. Το επίθετο αληθής (απ’ όπου η αλήθεια) προήλθε από το στερητικό α- και -λήθος, το («λήθη») ή την ίδια τη λέξη λήθη: α-ληθής επομένως ήταν αρχικά «αυτός που δεν μπορεί να περάσει στη λήθη, να λησμονηθεί ή να αποκρυβεί», άρα «αυτός που δεν λανθάνει, δεν υποκρύ¬πτεται, αλλά είναι εμφανής, απτός, πραγματικός, αληθινός». Επ’ ευκαιρία, ας σημειωθεί ότι η αρχαιότατη (ήδη στον Όμηρο) λέξη αληθής και αλήθεια δεν προέρχεται από την ομόρριζη λέξη λάθος, η οποία εμφανίζεται πολύ αργά (στους μεταγενέστερους χρόνους).
Η αναζήτηση της αλήθειας των λέξεων, η ετυμολογία είναι παράλληλα και μια ιστορική αναδρομή στις λέξεις, μια ιστορία των λέξεων. Ο Έλληνας ομιλητής δεν χρειάζεται ειδικές γνώσεις (τις αναγκαίες ιστορικές πληροφορίες μπορεί να τις αναζητήσει) για να καταλάβει, λ.χ. ότι η λέξη γραμματική, ενώ αναφέρεται σε ολόκληρη τη δομή της γλώσσας την οποία έχει σκοπό να περιγράψει, ξεκινάει ως μελέτη και περιγραφή των «γραμμάτων, του γραπτού λόγου, των γραπτών κειμένων» (και όχι του προφορικού λόγου). Όπως η ίδια η λέξη σύνταξη είναι φανερό ότι προσδιορίζει τους τρόπους που συν-τάσσονται, που «τίθενται μαζί» οι λέξεις, για να απαρτιστεί λόγος, ομιλία. Οι έννοιες του κόπου, της κοπιαστικής εργασίας και μάλιστα της χειρωνακτικής, που δηλώνονταν στην αρχαία περίοδο της γλώσσας μας με τις λέξεις πόνος και μόχθος οδήγησαν (με μια υποτιμητική στάση των αρχαίων Αθηναίων προς τη χειρωνακτική κοπιώδη εργασία η οποία αντιστρατεύεται τη σχολή, τον ελεύθερο χρόνο που οδηγεί σε αξιοποιήσεις, όπως εκείνη της σχολής και του σχολείου ως ευκαιριών παιδείας στις κακόσημες λέξεις πονηρός και μοχθηρός. Όπως και οι σκληρές προσπάθειες που καταβάλλει ο αθλητής, ο διεκδικητής του επάθλου, του βραβείου, του άθλου, τον εμφανίζουν ως αξιολύπητο ή και, ως εξαθλιωμένο, δηλαδή ως άθλιο. Ενώ η ένταση, ο ανταγωνισμός και η διεκδίκηση της νίκης γεννούν τη λέξη αγωνία από το αγών (ας). Το άστυ ξεκινάει ως η κατεξοχήν δήλωση «του οργανωμένου χώρου κατοικίας», εκεί που μένουν οι αστοί, αναπτύσσοντας και αντίστοιχη νοοτροπία που οδηγεί σε μια ελευθεριότητα στην έκφραση και στην επικοινωνία των αστών, στο αστείος (απ’ όπου το αστείο) ενώ η λέξη πόλις είναι το κράτος-πόλις, η πολιτική έκφανση του χώρου διαβίωσης (πολίτης =ο έχων πολιτικά δικαιώματα), ξεκινώντας από τη σημασία «οχυρό, φρούριο», που διαπιστώνεται στην αρχική σημασία του ακρόπολις (<άκρα πόλις, η υψηλά σε λόφο κτισμένη, η οχυρωμένη πόλη, η πόλη-φρούριο, το οχυρό).
Ιδιαίτερα δηλωτική από πλευράς «της αλήθειας», της αρχικής σημασίας των λέξεων είναι τα ρήματα τα σύνθετα με προθέσεις. Η διαφάνεια που προσδίδει στη λέξη η ποικιλία των προθέσεων φωτίζει, κατά κανόνα, την τελική σημασία και χρήση της λέξης αληθινά σε συν-αρπάζει, σε συγκλονίζει, σε συν-έχει, σε συνε-παίρνει αλλά και σε συντροφεύει (συν-τροφος), σε συνοδεύει (συν + οδός) και σε συν-τρέχει, έστω κι αν καμιά φορά σε συν-θλίβει, η αγωνία της αλήθειας με ό,τι αυτό συν-επάγεται.

Ο κ. Γιώργος Μπαμπινιώτης είναι Καθηγητή Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα».