Η ποιήτρια Πόπη Συνοδινού

24grammata.com/ Λογοτέχνες

Υπεύθυνος στήλης: Γιώργος Πρίμπας

Η ποιήτρια Πόπη Συνοδινού μένει στην Αθήνα με την οικογένειά της. Σπούδασε βοηθός μικροβιολόγου κι εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος ενώ έχει παρακολουθήσει μαθήματα δημιουργικής γραφής (κύκλος μυθιστορήματος) στο ΕΚΕΒΙ με το Βαγγέλη Ραφτόπουλο καθώς και ένα κύκλο μαθημάτων στη ΔΟΜΗ με θέμα το σενάριο ταινιών.

Στο ιστολόγιο popsyn.blogspot.com που διατηρεί έχει δημοσιεύσει δύο e-book της με τίτλο «Γράψε για την Ελένη» και «Το μπαστούνι από την Αίγυπτο».

Το υλικό που παρουσιάζεται σήμερα είναι προδημοσίευση από την προς έκδοση ποιητική της συλλογή και περισσότερο κινείται στο χώρο του μικροκειμένου.

Η γραφή της δεν είναι παρά η άμεση και χωρίς καμία επεξεργασία μεταφορά – ένα ειλικρινές ξέβρασμα – στο χαρτί της εμπειρίας της έτσι όπως ακριβώς τη βιώνει. Μια αυθεντικά πρωτότυπη γραφή που εστιάζεται κυρίως στην ρεαλιστική και ωμή απεικόνιση των αδιέξοδων της πραγματικότητάς και της επιθυμίας για ζωή, διανθισμένη όμως από έντονες αλληγορίες.  Γιώργος Πρίμπας

Πάνω στα πλέγματα.

Δεν θέλω φίλους και γνωστούς
ούτε αγαπημένους να προστρέξουν
έναν λόγο να πουν χλιαρής αγάπης
με χλωμά λουλούδια στα χέρια επίσκεψη να μου κάνουνε.
Με κουβέντες ποτισμένες από μανιτάρι της αμνησίας να περάσουνε την πόρτα μου.
Να ρίξουν απόβλητες λέξεις ή να ανακυκλώσουνε μικρές αλήθειες.
Εξάλλου το καλύτερο που συνέβαινε ήταν να τις κρύβουν με τρυφερότητα κάτω από το κρεβάτι.
Δεν χρειάζομαι νύχια κοφτερά να κόβουν ότι άγουρο υπήρχε μέσα στην σάρκα μου.
Διαθέτω και νύχια και δόντια…
Οι προδοσίες με συντροφεύουν από παιδί. Χρόνια αναρωτιόμουν την χρησιμότητα τους..
Και το μόνο που κατέληξα είναι πως πουθενά δεν κατέληξα για συμπεράσματα..
Τα αφήνω για τους ειδήμονες.
Τώρα στην μέση του δωματίου μου στέκει όμορφα η γκιλοτίνα.
Λαμπρή, γεμάτη πέτρινα στολίδια στην θέση που θα ακουμπήσω τα χέρια μου.
Μεσάζοντες δεν χρειάζομαι να επαναδιαπραγματευτώ την θέση μου.
Λευκό φόρεμα θα φορέσω πένθιμο, αυτό που δεν αφήνει τα άλλα χρώματα να αγιάσουν…
Με κούρασαν οι άγιοι με τόσα θαύματα…
Πολεμοχαρείς αρχάγγελοι με παγωμένες ανάσες…
Πτώματα να γυρνούν μεσοπέλαγα..
Δεν με φοβίζετε. Ατρόμητη υπήρξα στην ζωή και στον θάνατο…
Δεν ήταν τυχαίο που τους αιώνες βάπτισα με τα μάτια μου…
Και καθόλου τυχαίο που έθρεφα στον κόρφο μου σκυλιά λυσσασμένα για σύμβολα.
Ερπετά κρύα γεμάτα λάφυρα στην φολίδα τους..
Τώρα μόνη θα φύγω όπως ήρθα. ίσως να γίνει αυτός ο θάνατος το ξημέρωμα μιας επόμενης μέρας.
Δίχως φίλους και γνωστούς…
Μονάχα αγαπημένους να τραγουδούν στίχους με ξίφος ισχυρό.
Το ξίφος να χτυπά στα γόνατα. Εκεί μόνο θέλω…

Επίμετρο.

Άγρυπνος στην συστοιχία των σωμάτων.
Λουσμένα πότε σε κόκκινο και πότε σε κίτρινο.
Από όλα διάλεξε το δικό της. Το γέμισε νερό σαν να ήταν δέντρο.
Ξυπνούσε την λαχτάρα της και την άφηνε ώσπου να ανεβούν στην επιφάνεια κύματα διαμαρτυρίας.
Έπειτα την έκανε να ανέβει πόντο πόντο την ευδαιμονική γη. Σαν ψωμί σε χέρι αγγέλου.
Με ευγνωμοσύνη τον δόξαζε ως το τέλος της θάλασσας.
Αυτό που έμεινε τελικά από τις μέρες τις κοινές τους ήταν..
ήταν..
ήταν πως αυτοί περπατούν ανάμεσα σε νεκρούς ανθρώπους,
πως όσο κι αν φαίνονται ζωντανοί οι περισσότεροι άνθρωποι γεννιούνταν ως νεκροί…
Με βρήκαν ένα βράδυ λουσμένο σε χρυσοκόκκινο φεγγάρι και μου ζήτησαν να βάλω μια αρχή,
μια μέση κι ένα τέλος.
Να πω την ιστορία τους..
Λες και μπορούν απλές σελίδες να κάψουν τον αναγνώστη.
Ο αναγνώστης, πρέπει μόνος του να μπορεί να καεί, δίχως αφαιρέσεις..
Και κάπου χρειάζεται να κάνει μια ινκόγκνιτο εμφάνιση κι ο θάνατος..
Κι ενώ σκεπτόμουν όλα τούτα αυτοί ζούσαν στο μάτι της φωτιάς..
Δεν μπορώ να γράψω για την φωτιά.
Μόνο να καώ.
Κι αυτό που θα μείνει θα είναι πως με αυτόν τον τρόπο έζησα..

Τις Κυριακές.

Χάνεσαι μέσα στο στόμα της Κυριακής
όπως αυτοί που βρίσκονται μέσα σε ένα καράβι ή σε μοναστήρι πένθιμο
άδεια τα μάτια σου από τα ξοδέματα που συνήθισες από παιδί
αναρωτιέσαι πως οι ωραίοι άνθρωποι διασχίζουν εκτάσεις ερημιάς
σαν τα άδεια νησιά μέσα στον χειμώνα.
Μονότονες οι Κυριακές
στέκουν έξω από τις κλειστές μας πόρτες,
γνέφουν σαν τους νεκρούς θαμμένοι σε κρύους λόφους,
γι αυτούς χτυπούνε βαρετά οι καμπάνες σε τελετές της συμφοράς.
Πες μου, που πας,
που πας όταν οι Κυριακές σαν κοπέλες λυγερές στολίζουν με τους καρπούς τους μια ήρεμη σιωπή,
μια θαμπάδα στα πρόσωπα τα φτιασιδωμένα
πόσο να αντέχει κανείς να ακονίζει ο καιρός μαχαίρια και ψαλίδια
με κρύα συναισθήματα,
με σώματα ατάρακτα από ευλυγισίες,
να θυμάσαι να περνάς,
να με βλέπεις κάθε Κυριακή
να μετράς τους κόμπους που κρατάω στον λαιμό,
για σένα είναι, και για μένα…

50 χιλιόμετρα βόλτα στην Α.

Από βράχια είναι η γυναίκα που αγαπώ κι έχει δυο πρόσωπα,
άλλοτε σκύβει επάνω μου μελαχρινή και άγρια, ανυπότακτη,
καντήλια ανάβουν με ένα πικρό της χαμόγελο,
δουλεύουν ακούραστα πάνω της οι άνθρωποι της γης,
οι κορυδαλλοί φυσούν στο χωματένιο της πρόσωπο λέξεις και νότες διψασμένες.
Από βράχια είναι η άγρια πλευρά της,
σαν γυναίκα που ποτέ μαζί της δεν ξεμπέρδεψες,
τα μαλλιά της φύκια και θάλασσα και το στόμα της θυμάρι με φασκόμηλο,
γύρε επάνω στους ώμους μου τιμημένη,
τραγούδα ταξιδιάρικα και με μυσταγωγία,
πάντα σε ακούω κάτω σε ένα φαράγγι.
Είναι μέρες που σαν μια ηλικιωμένη γυναίκα με μαντήλι στο κεφάλι κατακάθαρο είσαι,
στο κεφαλόσκαλο με περιμένεις, με μια γάτα μπερμπάντισσα,
με βασιλικά στην αυλή σου και μπουγάδες λαμπρές στον ουρανό
με παιδιά που έθαψες κατάμονη με τα γέρικα χέρια σου,
μάνα από αλάτι είσαι, καπετάνισσα.
Αφήνεις να πετάξουν στις στέγες σου μαύρα πουλιά,
φοβάμαι, μου θυμίζεις θάνατο,
ξοδιάζετε η μνήμη μου να αφήσει το πένθος μακριά, κάποτε όμως ανήμπορη στέκει.
Το άλλο σου πρόσωπο ξανθό και τρυφερό ,
σέρνεις χαρές και τρύγους με σταφύλια της οργής που έγιναν πλάνες,
ερωτεύτρα,
μάγισσα,
σαν μια κοπέλα με χάρη και γητειές με μυστικά αιώνων,
απόηχος μιας ομορφιάς που παραλύει σιγά σιγά με δηλητήρια άγνωστα καλοδουλεμένα,
Τα στήθη σου κοιτούν στην θάλασσα,
τα πόδια σου στις αδελφές σου τις Κυκλάδες,
μπαίνω στον κόσμο σου και χάνομαι στην ορχήστρα σου σαν μουσικός αποξενωμένος..
Η πιο πιστή ερωμένη,
η πιο όμορφη στις σπονδές των θεών.
Λούσε με,
φάε με,
ταπείνωσε με,
άσε με να σε πατήσω,
μίλα μου τρυφερά, εσύ ξέρεις..
Κι έχεις και άλλα πρόσωπα εκτός της κοπέλας και της γραίας,
όλες μου τις αισθήσεις ανεβάζω επάνω σου,
κείνο που με σκοτώνει είναι πως την μια με θες, την άλλη με διώχνεις,
έτσι είναι αιώνιος ο έρωτας μου λες,
ναι,
εσύ καλά ξέρεις,
πάνω σου τόσοι αντάμωσαν τα σώματα τους σμίγοντας τα με αλάτι,
με ελιά,
με την γοητεία που βρήκα πρώτη φορά στους ρομαντικούς διαβάζοντας.
Έλα τώρα,
άσε πάνω μου όλα τα τριζόνια σου, τους τζίτζικες, τα χελιδόνια,
κείνους τους αετούς που χαράζουν πορείες αυθόρμητες,
τα πληγωμένα σου παιδιά απάλυνε τα,
δες,
ο πόνος μαζεύει στην καρδιά του όλο το αίμα,
κάνε με να αφήσω εδώ την τελευταία ανάσα μου,
είναι πως από την ζωή το τίποτε και το παν ξέρω μαζί σου ταυτόχρονα
να σαι αέρας,
να σαι νερό,
να σαι η γη γυναίκα και να σαι η αιώνια φωτιά..
Κι όταν φύγω για πάντα από εδώ, ένα χαμόγελο από πέτρα θα μαι σε κάποιο σοκάκι σου,
να σε στολίζω,
να με πατούν χωρίς να ξέρουν οι καλοκαιρινοί σου έρωτες,
να στάζω αίμα μαζί τους κι έρωτα..

Ο Δεσμώτης της ανησυχίας.

Μια διαρκής ανησυχία τρέχει ιδέες στους ώμους μου
οι ιδέες τρέφονται συνεχώς
μεγαλώνουν πιάνοντας ρίζες στο φτωχικό μου δωμάτιο,
απλώνονται έξω από το σπίτι μου,
φτάνουν στους φίλους και στους άγνωστους,
στο τέλος τείνουν να με εξαφανίσουν.
Μια σκιά γίνομαι και τρυπάω τους τοίχους
μια εξειδικευμένη διάσταση που ψάχνει να μπει στην γενικότητα και να γίνει διάφανη,
Μπλέκουν οι ιδέες με πόρνες, με καλόγερους,
με ανθρώπους που ασχολούνται με την γη και την θάλασσα,
με όψιμες νότες της ζωής και του θανάτου,
φωνές αργόσυρτες βγαίνουν από τα συρτάρια,
τα βιβλία κάψε, λέει ο άνθρωπος της γης,
την ανία κόψε, λέει ο άνθρωπος της θάλασσας.
Ανάβω κεριά τις νύχτες και βλέπω το ανάγλυφο των βουνών,
τα καυτά καλοκαιρινά μεσημέρια ψάχνω τον δέντρο που τον λένε αθάνατο,
μεταβαλλόμενη η αίσθηση δίνει τον δρόμο στην αντίληψη,
η αντίληψη είναι η πιο άπιαστη από όλες τις αδελφές ,
επιδίδεται σε όργια νοητικά ασύλληπτα, δρομέας δίχως όρια.
Είμαι ένας γέρος που κοιτάζει τον εαυτό του στο πηγάδι,
άφησε πίσω του τον νάρκισσο,
βρίσκει μπροστά του συμπληγάδες, πόσο παλιά έχει γίνει τώρα η ψυχή μου,
αναρωτιέμαι και μια νυχτερίδα καμώνεται το χελιδόνι,
μια πόρτα τρίζει αφήνοντας πίσω της αχνούς,
ω !κάστρα της αντίληψης φανείτε μπροστά μου λαμπερά και αρχαία!
Να καίει το λυχνάρι στο περβάζι μου,
να εξαυλώνομαι, να εξαφανίζομαι σαν ατμός.
Διάβασε τις κατάρες της ανθρώπινης φυλής,
βγες από τον σάρκινο κορμό σου ψυχή,
δείξε μου όλα που μπορείς,
μικρή η ζωή μου είναι, ένα τιτίβισμα πουλιού,
αχ,
κι εγώ πως να προλάβω..

Σουρουπώνω.

Λεπτές κρούσεις χρώματος,
έρχεσαι πίσω από το βουνό και υψώνεις την ψυχή μου γαληνεύοντας,
χίλιους θανάτους ήπια ώσπου να σε ορίσω,
χίλιες στιγμές αυτονόητης ομορφιάς,
όλα που γύρευα άνθη στον γιαλό,
πουλιά με κάτι στο ράμφος τους, δεν ήταν αρπακτικά, ήταν λουλούδια κι αυτά,
ορίζω μέσα από κόκκινα συναισθήματα το τέλος της ερημιάς.
Καθώς οι βάρκες μετακινούνται γλυκά στην θάλασσα,
καθώς τα πλάσματα που την κατοικούν μου γνέφουν με ένα άσπρο μαντήλι με διαπερνάει μια διάφανη ψύχρα,
μια διάφανη αγάπη,
όλα κάτω λάμπουν έκθαμβα σαν μικρά παιδιά ,
κοίτα,
προεκτείνομαι τώρα,
με τυλίγουνε φτερά με συναισθήματα,
αδύνατον να πω πως δεν νιώθω, αδύνατον να με βγάλω από τούτη την σαγήνη,
τι πιο πολύτιμο από τα μάτια της καρδιάς σου,
φτερουγίσματα μικρά και άπειρα σαν γλώσσες,
όρισε με εσύ τώρα,
σουρουπώνω..

Ένα απλό σονέτο στον Δ. Ροδόπουλο.

Κάποιος επισκέφτηκε το σπίτι σου όταν έλειπες,
μπήκε στα δωμάτια που γυρνάς πότε ντυμένος και πότε γυμνός,
ακούμπησε με τα ακροδάχτυλα του όλα σου τα πράγματα,
μύρισε το ανάγλυφο του κορμιού σου στα ανακατωμένα σεντόνια,
πότισε τα λουλούδια που ήταν στεγνά στο μπαλκόνι,
έπιασε με τρεμάμενο χέρι κείνη την γόπα του τσιγάρου σου την ξεχασμένη,
την κάπνισε βαθιά,
ξάπλωσε στο κρεβάτι σου και σε φαντάστηκε να πετάς στο ταβάνι σε στιγμές χαράς,
φόρεσε τα γυαλιά σου στα μάτια του,
ήπιε το ποτό που άφησες την περασμένη νύχτα στο ποτήρι σου,
κι όταν όλα αυτά τα έκανε με τελετουργικές κινήσεις, είπε μόνος στο δωμάτιο,
(η ποίηση είναι το ερημικό καταφύγιο όπου προστρέχουν άγιοι και κολασμένοι.
Όταν νιώθουν αδύναμοι φτιάχνουν οροσειρές λέξεων που λάμπουν,
όταν νιώθουν δυνατοί απλά χαράζουν γράμματα,
κι όλα που φτιάχνουν κυνηγημένες σκηνές που φορούν ιδέες,
μπροστά στα παιδικά μας μάτια ένας νέος θαυμάσιος κόσμος,
το μόνο που χρειάζεται είναι να μπεις γυμνός,
δίχως ρούχα ντροπής,
δίχως την αναμονή μιας πράξης,
όλες οι πράξεις είναι τίποτε μπροστά στην δύναμη που φέρει ένα μυαλό),
όταν τα είπε αυτά, έγραψε στον καθρέπτη σου με ένα στυλό μπικ μαύρο,
να θυμάσαι αυτός ο άνθρωπος σε αγάπησε πολύ,
ίσως πιο πολύ κι από τον ίδιο του τον θάνατο…

Η νωθρότητα της απουσίας.

Η γυναίκα στο ντιβάνι ήταν μια δαμασμένη τίγρη,
άλλαζε ερωτικές στάσεις και όψεις με την ευκολία που περνά το φως στο νερό,
μπροστά από το παράθυρο της ήταν πάντα η θάλασσα,
λέω πάντα, γιατί όλα τα άλλα στοιχεία της φύσης έτρεφαν φόβο γι αυτήν όπως το παιδί για τον κακό,
καθώς η γυναίκα άλλαζε στάσεις μια άλλη μεγαλύτερη στο κάτω δωμάτιο φύσαγε το πρόσωπο της με μια βεντάλια,
ζέστη έχει πάντα στην στάμνα της Μεσογείου,
όπως ζέστη έχουν τα πρόσωπα των εραστών καθώς ζητούν την αγάπη κάτω από τα αρωματισμένα μαξιλάρια,
κι εσύ πες μου τώρα,
τι θα κάνεις για μένα,
τι για σένα,
όλα που έγιναν μπήκαν σε ένα παλιό μπαούλο του νησιού,
στέκω κοντά του, μυρίζω και νοσταλγώ,
νοσταλγώ την δαμασμένη τίγρη που στέκει μπροστά στην θάλασσα,
νοσταλγώ αυτούς που δεν έχουν κανενός είδους έπαρση, δεν ξέρουν τίποτε από τέχνες, μήτε λένε θεωρίες,
κείνους που στέκουν απαλά σε μια βάρκα, όρθιοι, ατενίζοντας ορίζοντες..
Κανείς από αυτούς δεν υπάρχει πια στο στρίφωμα του ρούχου που φορά ο χρόνος.

Από το σαράκι.

Από την αρχαία αγορά κατέβαινε η μάντισσα,
φορούσε φίδια ηδονικά , ανακατεμένες αλήθειες επάνω στο κεφάλι,
έλαμπε κάτι θολό γύρω της σαν σκόνη από τον χρόνο.
Φόρεσε, μου είπε, φόρεμα πένθιμο, αυτό που φορούν όσοι ξέρουν από την μοίρα τους μονάχα τα μαύρα στίγματα.
Κροτάλιζαν τα φίδια τις φολίδες τους,
κινούσαν την γλώσσα τους προς το μέρος μου,
έσκυψε πάνω μου η μάντισσα με βλέμμα που έσταζε αίμα και θάνατο,
έχεις ένα σαράκι που αιώνια σε τρώει, έρχεται πίσω από σένα, πιο πριν την γέννηση σου, είπε.
Μαύρες γραμμές με ασήμια τυλιγμένες έρχονταν στην καρδιά μου,
πως γίνεται είπα, εγώ είμαι μαθητής,
μαθαίνω κάθε ημέρα που έρχεται να διαβάζω κάτω από τα άστρα και τον ήλιο,
πως γίνεται να με καθορίζει κάτι πριν από μένα.
Μια πόρνη μεθυσμένη κατέβαινε από την αρχαία αγορά,
πιο πίσω ένας γιατρός με έναν στρατιώτη αγκαλιά,
στάθηκαν παραξενευμένοι δίπλα μας,
με κοίταγαν αχόρταγα, με μια ευχαρίστηση κρυφή για τον χρησμό.
Και είπε η πόρνη, υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους θέλει ο έρωτας,
είπε ο στρατιώτης συμπληρώνοντας, ούτε ο πόλεμος τους θέλει,
μίλησε κι ο γιατρός, μήτε η επιστήμη τους ζητά.
Κι από όλα τι να κρατούσα πληγωμένη από τα λόγια τους,
σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά, σε ένα παλιό κτήριο που βρώμικο και ανήλιαγο στέκονταν,
είδα έναν ποιητή πίσω από το παράθυρο,
μην ρωτάς πως κατάλαβα πως ήταν ποιητής,
τους άφησα όλους κάτω στον δρόμο, θορυβημένους από την φυγή μου,
ανέβηκα με τα πόδια βαριανασαίνοντας,
σαν να ήξερε αυτός όλα που συντελεύτηκαν κάτω από το σπίτι του,
με βήμα αργό μου άνοιξε,
κουτσός από το ένα πόδι,
χαρτιά στο πάτωμα σωρός, κούπες αραδιασμένες στο κρεβάτι,
πουλιά να πετούνε έξω από το τζάμι,
άκου με είπε, εγώ έρχομαι πιο παλιά από όσα σου είπαν,
κοίταξα τους τοίχους γεμάτους αράχνες και σκόνη, μα και τα ρούχα του ήταν παλαιά.
Άκου, συνέχισε όλα πάνε μαζί, επιστήμη, ποίηση, έρωτας, πόλεμος,
έτσι είναι από τότε που άνοιξε όλα του τα μάτια ο άνθρωπος,
και κάτι τα έθρεψε όλα αυτά και ήταν το σαράκι,
μια πληγή με ανοιχτό στόμα πότε στον θάνατο και πότε στην ζωή.
Και σαν μου τα πε αυτά μια μυρουδιά βγήκε μέσα από τους τοίχους,
σαν τριαντάφυλλο, σαν σανταλόξυλο που τόσο αγαπάω,
κι έμεινα να τον βλέπω να μου γεμίζει μια κούπα με κινήσεις αργές,
κινήσεις που κάνουν σαν πετούνε αόρατοι άγγελοι και κατοικούν στις πόλεις…

Μια Κυριακή σε άδεια

Τα σύννεφα βαριά και γκρίζα κρατούσαν το νερό
άνθρωποι σεργιάνιζαν στην πόλη σαν να πατούσαν λασπόνερα.
Το ένα παπούτσι θρυμματίστηκε στην ατέλειωτη ησυχία της ανυπαρξίας
το άλλο στον θόρυβο που έκαναν τα όνειρα σαν έσπασαν.
Καμιά εμπιστοσύνη πια,
αυτό ήταν το χειρότερο, και το τίποτε σαν λιποβαρές έμβρυο έψαχνε τους ομφάλιους λώρους να πιαστεί.
Διαφωνίες από τοπία που έψαχναν ιδεολογήματα
και ο Προκρούστης με σωρούς από σωσίες του στα σκουπίδια της ανακύκλωσης.
Η πόλη μου σε άδεια.
Οι τσέπες μου, πάντα γεμάτες ψίχουλα για τα πουλιά.
Οι άφιλοι φίλοι μου ανάμεσα στην κουλτούρα και την μόδα ανήμποροι να κατατάξουν το αίμα τους σε μια ομάδα.
Αντίθετα η λύπη ενατένιζε δίχως ντροπή τα σκαμμένα πρόσωπα.
Μα κι ο καιρός θριαμβικά στάζει την ήττα.
Η ήττα χορεύει έναν βαρύ ζεϊμπέκικο
εγώ στα γόνατα χειροκροτώ, χτυπάω τα χέρια μου σαν να ναι κλαδιά
να διασκεδάσω λίγο τις εντυπώσεις στην αφάνεια.
Κάπου βρήκα μια κουφάλα σε  έναν κορμό δέντρου γέρικο,
κάποτε είχε βελανίδια, τώρα μονάχα αιμοπετάλια τρυγούν τον πικρό του χυμό.
Κυριακή λιγωμένη,
κοιτάζω την γραμμή της ζωής στο χέρι μου,
μια μάντισσα κάποτε μου προέβλεψε πως θα ‘χω βαθιά γεράματα κοιτώντας την.
Κι εγώ τώρα να σκέφτομαι πόσο παράταιρη ήταν η μαντεψιά της,
δεν μπόρεσε να διακρίνει πως δεν υπάρχει ζωή όταν η χώρα που κατοικώ  είναι σε άδεια;
Μονάχα τα ζώα κλεισμένα στα κλουβιά τους σε μαγαζιά άθλια,
κάποτε θα ανοίξω τα κλουβιά
θα ανοίξω τα ιδρύματα τα σωφρονιστικά,
ίσως να ναι Κυριακή ίσως να ναι και Δευτέρα
θα γεμίσει η πόλη μου τουλάχιστον από κίνηση,
κι όλες οι φωνές των απελευθερωμένων πλασμάτων θα εφαρμόσουν σπαράγματα νέας σοδειάς,
αυτά να τα φοβούνται όσοι λαθραία έκοψαν την ζωή σε κομμάτια γιατί μια ημέρα θα συμβεί.
Θα χορεύουν όλοι τον βαρύ ζεϊμπέκικο κι εγώ στα γόνατα θα χειροκροτώ μαζί με μια καινούργια μάντισσα,
είμαι περίεργη να δω τι θα προβλέψει για την γραμμή στο χέρι μου…

(Χωρίς τίτλο)

Γάντζοι της ποίησης άπλωσαν σχοινένιους στίχους σε τοίχους γυμνούς από πορτραίτα. Ο σκύλος στο απέναντι μπαλκόνι κλαίει επίμονα. Η γυναίκα χτένισε τα μαλλιά της με την παλαιά σιδερένια βούρτσα. Μπήκαν στις ρίζες των μαλλιών της στίχοι και κλάμα από τον σκύλο. Ο ήλιος πάντα χτυπά με ζωηράδα τα τζάμια. Μπορούν κουκίδες από τις λεπτομέρειες γύρω, να γίνουν τοπία που η ημέρα θα κάνει έναρξη για την δράση της. Κι η βούρτσα, μένει ακίνητη επάνω στο τραπέζι. Κι οι στίχοι σκάβουν ραγάδες συγκίνησης, πρώτα η συγκίνηση, μετά γίνεται σκέψη, η σκέψη γίνεται λέξη. Κι όλα φωτισμένα παράξενα, μελαγχολικά…