Καινούρια βλέμματα

24grammata.com/ Λόγος

...Το «Όχι», εκείνη η μονολεκτική απάντηση από την τότε ελληνική ηγεσία, έχασε με τα χρόνια την ακαμψία του, μετατράπηκε σε «ίσως», για να γίνει σήμερα ένα λαμπρό, υποτακτικό «ναι.»…Εκείνος ο αγώνας, δεν θα πρέπει να λησμονηθεί, οι νεκροί του δεν δικαιώνονται με τις σημερινές πρακτικές μας…

«ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ»
Εις μνήμην μιας αρνήσεως σπουδαίας

γράφει ο Απόστολος Θηβαίος

Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριξαν ότι η σφοδρή αντίδραση των γηγενών, αποτέλεσε την κυριότερη αιτία για τη φθορά των γερμανικών δυνάμεων, την καθυστέρηση στην εφαρμογή των επεκτατικών σχεδίων τους αλλά και την ανάπτυξη των συμμαχικών πρωτοβουλιών, οι οποίες θα οδηγούσαν έπειτα από λίγα χρόνια στην κατάρρευση του απειλητικού Τρίτου Ράιχ. Οι Έλληνες, με αυταπάρνηση, με κόστος την ίδια τη ζωή τους και δίχως ίχνος δισταγμού δεν απεδέχθησαν ποτέ την παρουσία του κατακτητή και με τη δυναμική τους οδήγησαν στην ήττα ενός φονικού, στρατιωτικού μηχανισμού. Μαθητές, άνθρωποι από όλες τις κοινωνικές τάξεις, γυναίκες, ακόμα και παιδιά έδωσαν τον ύστατο αγώνα για εκείνο που φαντάζει σήμερα αυτονόητο. Η ελευθερία, την οποία απολαμβάνουμε ως επίγονοι συνιστά μια κατάκτηση εκείνων που στα μέσα του προηγούμενου αιώνα επέδειξαν στην πράξη τη συνέπεια μεταξύ λόγου και πράξης. Ανέδειξαν σε πρωταρχικό «πιστεύω» τους τον όρο «πατρίδα», δικαιώνοντας τη βαθύτερη συνείδηση και εκπληρώνοντας ένα χρέος διαχρονικό, οικουμενικό.
Εγκατεστημένη τόσο στα αστικά κέντρα, όσο και σε κομβικές πόλεις της ευρύτερης, ελληνικής επικράτειας, η γερμανική διοίκηση δεν έπαψε ούτε στιγμή να δικαιώνει εκείνους, οι οποίοι στην περίφημη δίκη της Νυρεμβέργης επέμειναν να μην υπάρχει ο παραμικρός οίκτος για τους κατηγορούμενους, εκφράζοντας ομόφωνα της καταδίκη της ανθρωπότητας για την πιο αναίτια τραγωδία που βίωσε ποτέ. Το Δίστομο, ο διωγμός των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, τα σκοτεινά κρατητήρια στο υπόγειο του κτιρίου στην οδό Κοραή, στην Αθήνα συνιστούν μερικές μόνο από τις πιο σκληρές μνήμες για τούτο τον τόπο. Όσοι έζησαν τα χρόνια εκείνα μιλούν με τρόμο για τις φοβερές όψεις των νεκρών στις γωνιές των μεγάλων πόλεων, για το βουρκόνι, το ξύλινο κάρο που μεριμνούσε για τη διακομιδή των πτωμάτων, την κατάχωσή τους σε ομαδικούς τάφους. Κάποιοι από αυτούς ανακαλύφτηκαν, άλλοι, αθέατοι, τακτοποιημένοι κάτω από τα καινούρια μέγαρα και τις επιχωματώσεις, κρατούν ακόμα το μυστικό τους.
 Σε ολόκληρη της επικράτεια, όμως θα στηθούν μνημεία και τύμβοι πεσόντων, με ονόματα ανάγλυφα, με ηλικίες.  Στα Καλάβρυτα, το νεόδμητο μουσείο του ολοκαυτώματος είναι μια από αυτές τις κιβωτούς της μνήμης. Με τις κλειστές πόρτες του τοπικού σχολείου που παρέμειναν έτσι από εκείνο το πρωινό, όταν χωρίστηκαν άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι επιζώντες, μαρτυρούν πως την πρώτη νύχτα, έπειτα από τη σφαγή φάνηκαν στους γύρω λόφους τα τσακάλια, έσκαβαν, λένε τη γη, να θρέψουν το ένστικτο. Μα ακόμα και εκείνα, έμοιαζαν πιο πονόψυχα από τους ίδιους τους ανθρώπους, που θα κατέλυαν με τον πιο τραγικό τρόπο το βαθύ, το διδαγμένο από την ελληνική σκέψη, σεβασμό προς το νεκρό. Οι μαρτυρίες που ήρθαν κατά καιρούς στο φως, οι προσωπικές ιστορίες ανθρώπων που βίωσαν το τραύμα του πολέμου, επιβεβαίωσαν με τον πιο εύγλωττο τρόπο τις ανείπωτες θηριωδίες των δυνάμεων κατοχής, αλλά και το αδούλωτο πνεύμα των Ελλήνων, εκείνων που στάθηκαν με συγκλονιστικό θάρρος απέναντι στη μοίρα τους.
Οι απάνθρωποι, σκληροί χειμώνες πέρασαν, το κράτος μερίμνησε για την ονοματοδοσία των οδών, για την τέλεση των μνημοσύνων, τις τιμές, τις παρασημοφορήσεις. Όσοι επέζησαν φρόντισαν να διηγηθούν τα γεγονότα, να καταγράψουν τις μνήμες. Αποφασίστηκε η τέλεση επετείου, την ημέρα της απώθησης των ιταλικών δυνάμεων, συμμάχων του ναζιστικού καθεστώτος, οι οποίοι εξαπέλυσαν το πρώτο κύμα επιθέσεων απέναντι στη γείτονα Ελλάδα. Η εορτή πραγματοποιείται κάθε χρονιά με κάθε επισημότητα. Η στρατιωτική παρέλαση στη Θεσσαλονίκη και η αντίστοιχη μαθητική στους κεντρικούς δρόμους των Αθηνών, συμβολίζουν τον διαχρονικό θαυμασμό για τη νέα γενιά, το στρατό που με τόση αυταπάρνηση, αμφότερες οι συγκεκριμένες, κοινωνικές ομάδες δόθηκαν ψυχή και σώμα στην υπεράσπιση της ελληνικής κυριαρχίας.
Πέρασαν μίλια από εκείνες τις μνήμες, η διατήρησή τους δεν ήταν παρά μια αναγκαιότητα, με διδακτική σημασία, ύψιστη για τις επερχόμενες γενιές.
Σε λίγες μέρες, λοιπόν θα επαναληφθεί ο καθιερωμένος εορτασμός της εθνικής επετείου. Η επικαιρότητα προσδίδει, δίχως αμφιβολία ένα ξεκάθαρο συμβολισμό. Ένα «νικημένο», ελληνικό κράτος, μια κοινωνία, όπως τότε, στα όρια της εξαθλίωσης. Άνθρωποι δίχως προοπτική, δίχως διέξοδο, έρμαια των αποφάσεων διεθνών, απρόσωπων οργάνων. Με μια απαξιωμένη εικόνα προς το εξωτερικό, αλλά και με μια άνευ προηγουμένου, πολιτική αστάθεια στο εσωτερικό της χώρας, η Ελλάδα διαπιστώνει και πάλι την κάθοδο των εκ δυτικών «βαρβάρων.» Στα χέρια τους, ετούτες οι στρατιές φέρουν το καινούριο οπλισμό, δεν πρόκειται να επικαλεστούν τη δολοφονική ευθύτητα των προγόνων τους και να βάψουν με αίμα τα χέρια. Ίσως επειδή απέκτησαν πια έναν πολύτιμο σύμμαχο, έναν παράγοντα που κανείς δεν έλαβε υπόψη. Οι «δημόσιοι άρχοντες», συνιστούν εκείνους που φρόντισαν να ανοίξουν τις πύλες και τώρα ερίζουν για τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι θα αποχωρήσουν. Οι «Εφιάλτες» γυρίζουν ξανά, όπως πάντα από τα βάθη της ιστορίας. Η νέα γενιά, καταποντισμένη και εκείνη, δοσμένη ολόψυχα σε εκτονώσεις λαϊκές, σε κατάμεστα γήπεδα με κάθετα κιγκλιδώματα, δεν φέρει πια κανένα χαρακτηριστικό ανατροπής. Το θάρρος της έχει εξαντληθεί χρόνια πριν, η εκπαίδευσή της έχει ολοκληρωθεί στα αστικά διαμερίσματα των πόλεων, στα πανεπιστήμια που δεν χρησιμεύουν παρά μόνο ως άσυλα, στα υπό κατάρρευση γραφεία των υποψήφιων βουλευτών, στις εκδουλεύσεις και τις πρακτικές της επαγγελματικής αποκατάστασης. Κανείς δεν τους είπε πως οι «βάρβαροι» πια έφτασαν, πως δεν εντυπωσιάστηκαν από τους λόγους και τις συνήθειες τις ρωμαϊκές. Τώρα ζητούν επιτακτικά εκείνο που απέμεινε. Η αξιοπρέπεια είναι το τελευταίο προπύργιο, το τελευταίο οχυρό που σύντομα θα «πέσει.»
Οι νέες εποχές προβλέπουν την άμβλυνση της ιστορικής μνήμης, η παγκοσμιοποίηση που όλοι ευαγγελίστηκαν πριν μερικά χρόνια κατέφτασε, μπήκε στα σπίτια μας, ξεσήκωσε τις στέγες μας, οι ανεμοδείκτες γυρίζουν σαν τρελοί, δίχως πια κατεύθυνση καμία. Στα σχολεία τα βιβλία ξαναγράφονται, το υδατογράφημα της ελληνικότητας δεν τυπώνεται πια στις σελίδες, δεν εμπεδώνεται στις καρδιές. Η «Ελληνίδα» και ο «Έλληνας» συνιστούν παλιομοδίτικες πια ιδιότητες, προσφωνήσεις μόνο για τις υπό των εξωστών παρεμβάσεις και ομιλίες. Το «Όχι», εκείνη η μονολεκτική απάντηση από την τότε ελληνική ηγεσία, έχασε με τα χρόνια την ακαμψία του, μετατράπηκε σε «ίσως», για να γίνει σήμερα ένα λαμπρό, υποτακτικό «ναι.»
Ένστολοι και νέοι θα παρελάσουν εμπρός από την ηγεσία της χώρας. Οι πολιτικοί αρχηγοί, ταγοί ενός συγκλονισμένου λαού, θα σταθούν στην εξέδρα, απαιτώντας το σεβασμό στο αξίωμά τους. Μα σε εκείνη την ευθυγράμμιση των βλεμμάτων, που θα διατάξει ο παραστάτης, είναι η μόνη ευκαιρία για να απευθυνθούμε σε εκείνο το υπόλοιπο πατριωτισμού που τους έχει απομείνει. Τούτο θα συμβεί, αν μες στα μάτια των μαθητών, αν μες στα μάτια των αξιωματικών των σωμάτων ασφαλείας φανούν όλοι οι νεκροί αδελφοί μας, όλοι εκείνοι που έχουν δώσει τη ζωή τους για να επιβεβαιώσουν το διαρκές, το αιώνιο «Όχι» των Ελλήνων στις προκλήσεις των καιρών. Η ευκαιρία είναι μοναδική, όχι για να τραβήξουμε το πρόσωπό μας ο ένας από τον άλλο, αλλά για να κοιταχτούμε καλά, όπως ποτέ πριν, για να αναζωπυρωθεί, τώρα που προέκυψε η ανάγκη, το αίσθημα το κοινό που μας ορίζει, εκείνο της «ελληνικότητας», της βαθιάς, κοινής μας ρίζας. Τούτο οφείλουμε να κοινωνήσουμε, να μοιράσουμε το αντίδωρο ανάμεσά μας, να μετανιώσουμε και να προσφέρουμε στον εαυτό μας την κρίση που μας αρμόζει, να ξανακούσουμε τα ηχητικά ντοκουμέντα της πρώτης γραμμής πυρός, να «κρατήσουμε ζεστές τις καρδιές μας», τώρα που ξύπνησε το τέρας, τώρα που «οι οχιέντρες ρημάζουν τις φωλιές μας.»
Εκείνος ο αγώνας, δεν θα πρέπει να λησμονηθεί, οι νεκροί του δεν δικαιώνονται με τις σημερινές πρακτικές μας. Τούτη η ιστορία, η ελληνική δεν θα πρέπει να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης για τον τομέα του περιηγητικού τουρισμού, αλλά βαθιά συνείδηση των αιμάτων που έχουν δαπανηθεί για μια ελεύθερη χώρα.
Το «Όχι» ειπώθηκε τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου από τον πολιτικό Ιωάννη Μεταξά. Γρήγορα η άρνηση του προκάλεσε το θαυμασμό των υπόλοιπων χωρών αλλά και ένα κύμα κοινωνικού, μαζικού ξεσηκωμού, μια ανάταση εθνική, ικανή να γίνει τείχος απόρθητο για εκείνους που μας επιβουλεύονταν.
 Λίγο πριν λοιπόν, παραδώσουμε τα κλειδιά της πόλης σε εκείνους που τα διεκδικούν ας γυρέψουμε καταφύγιο στη μνήμη της φυλής μας, ας κρατήσουμε ψηλά το ελληνικό στοιχείο, σε πείσμα σφετεριστών, εγγυητών και πιστωτών. Ας κοιταχτούμε βαθιά, όχι με αποστροφή, μα με την αίσθηση εκείνη που έχει κανείς όταν γυρεύει να κρατηθεί από μια σταθερά για να συνεχίσει να πορεύεται. Για να ακουστεί μια λέξη σύντομη όπως «όχι» ή «αδελφός» θα πρέπει να την πουν όλοι καθαρά. Θα πρέπει, όπως είπε ο σπουδαίος παρατηρητής του λόφου Στράνι, να «ανέβουμε μέσα μας ψηλά», ψηλότερα, κάτω από τον ίσκιο των ηρώων, πάνω και πέρα από τους εαυτούς μας, μαθαίνοντας να συλλαβίζουμε ξανά τη λέξη «Όχι.»