ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΙΑΣ

24grammata.com/ απόδημος ελληνισμός/ θρησκεία

του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου  Ζιμπάμπουε και Αγκόλας   Σεραφείμ

«Τη αυτή ημέρα, Κυριακή πέμπτη των Νηστειών, διετάχθημεν μνήμην ποιείσθε της οσίας μητρός ημών Μαρίας της Αιγυπτίας» (Τριώδιον, σελ. 310).

Τη περασμένη εβδομάδα βρεθήκαμε στο αποκορύφωμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής με την τέλεση των ιερών Ακολουθιών του Μεγάλου Κανόνος και του Ακαθίστου ΄Υμνου, που μας προετοιμάζουν με εξαίσιους πνευματικούς ύμνους να ακολουθήσουμε το δρόμο της μετανοίας για να μπορέσουμε να χαρούμε σε λίγες μέρες τα σωτηριώδη αποτελέσματα της Σταυρώσεως και της Αναστάσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό το σκοπό η Εκκλησία μας έχει καθιερώσει στην σημερινή εορτή να τιμούμε τη μνήμη της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, που αποτελεί φωτεινό παράδειγμα μετανοίας για όλους μας. Αν και ήταν μια από τις αμαρτωλότερες γυναίκες, με τη μετάνοια της και την στροφή της στον Θεό, έγινε μια από τις αγιώτερες μορφές που ανέδειξε η Εκκλησία μας στον δισχιλιετή ιστορικό της βίο.

΄Οπως αναφέρει ο βιογράφος της στο «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας» (τόμος 4ος, Αθήναι, 1968), «η μετάνοια είναι μέγα όφελος εις τον άνθρωπον, καθώς το μαρτυρούν τα βιβλία της Εκκλησίας μας, από αυτήν την μετάνοιαν εσώθησαν πολλοί αμαρτωλοί άνθρωποι και όχι μόνον εσώθησαν, αλλά και άγιοι έγιναν και τους προσκυνούμεν (τιμούμε) ημείς σήμερον, ως την οσίαν Μαρίαν την Αιγύπτιαν, η οποία ήτο πρότερον γυνή πόρνη και αμαρτωλή, επειδή όμως μετενόησε και ησκήτευσεν, ηγίασε και ετιμήθη υπό Θεού και ανθρώπων» (σελ.15).

Στο ίδιο βιβλίο που αναφέραμε τονίζεται ότι «η οσία μήτηρ ημών Μαρία ήτο εκ της Αιγύπτου, ακμάσασα κατά τους χρόνους του μεγάλου Ιουστινιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη 527-565. ΄Εζησε δε πρότερον αύτη ακολάστως και προκαλούσα εις όλεθρον ψυχικόν πολλούς ανθρώπους διά της αισχράς ηδονής, επί δεκαεπτά έτη, διότι παιδιόθεν εκρημνίσθη εις τας πονηράς πράξεις της σαρκός και έμεινεν εις αυτάς καθ’ όλον αυτό το διάστημα. ΄Υστερον επεδόθη η μακαρία εις άσκησιν και αρετήν, και τοσούτον υψώθη διά της απαθείας, ώστε περιεπάτει επί των υδάτων και των ποταμών, χωρίς να καταβυθίζεται και όταν προσηύχετο, ίστατο υπεράνω της γης, μετέωρος εις τον αέρα. Η δε αιτία της μεταβολής αυτής και μετανοίας είναι η εξής: κατά την δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου μηνός, όταν εις την Ιερουσαλήμ εγίνετο η ΄Υψωσις του Τιμίου Ξύλου του ζωοποιού Σταυρού, πολλοί χριστιανοί συνέρρεον πανταχόθεν εις τα Ιεροσόλυμα, όπως ίδωσι το Τίμιον Ξύλον του Σταυρού. Τότε επήγεν εκεί και η Οσία αύτη, ομού με ακολάστους και ασελγείς νέους, ζητούσα δε να εισέλθη εις τον Ναόν της αγίας Αναστάσεως, όπως ίδη τον ζωοποιόν Σταυρόν, ημποδίζετο αοράτως, και δεν ηδύνατο ούτε να εισέλθη, ούτε να ίδη. Κατέστησε λοιπόν την Κυρίαν Θεοτόκον εγγυήτριαν, ότι εάν αφεθή να εισέλθη και ίδη τον Σταυρόν του Κυρίου, θα φυλάξει εις το εξής σωφροσύνην και άλλην φοράν δεν θα μολύνει το σώμα της με επιθυμίας και ηδονάς. ΄Οθεν επιτυχούσα του ποθουμένου, δεν εψεύσθη εις την δοθείσαν υπόσχεσιν της, αλλά διελθούσα τον Ιορδάνην ποταμόν, μετέβη εις την έρημον και εκεί έζησεν η τρισολβία τεσσαράκοντα έτη χωρίς να ίδη άνθρωπον, μόνον δε τον Θεόν είχε θεατήν της, και τοσούτον ηγωνίσθη, ώστε ανέβη μεν υπεράνω της (αμαρτωλής) ανθρωπίνης φύσεως, απέκτησε δε ζωήν επί γης αγγελικής τε και υπεράνθρωπον και ούτως εν ειρήνη απήλθε προς Κύριον» (σελ. 11-14)

Στη συνέχεια ο βιογράφος της τονίζει «ότι τοιουτοτρόπως λοιπόν και ημείς, ας μετανοήσουμε διά τας αμαρτίας ημών και ας μη περιπίπτωμεν εις απόγνωσιν. Ακόμη και αν αι αμαρτίαι μας είναι ως την άμμον της θαλάσσης ας μη απελπιζόμεθα, διότι καμμία αμαρτία δεν είναι ικανή να αποκλείσει το έλεος του Θεού, ούτε υπάρχει κανένα σφάλμα, το οποίον να μη διορθώνεται με την μετάνοιαν, μόνον ας επιστραφώμεν προθύμως με όλην μας την καρδίαν, ας μετανοήσουμεν και ο Θεός μας δέχεται, διότι είναι εύσπλαχνος και πολυέλεος. Ας μη λέγωμεν δε ότι θα κάμωμεν αμαρτίας πολλάς και ύστερον θέλομεν μετανοήσει, διότι όποιος πραγματεύεται ούτω την σωτηρίαν του, δεν τον αξιώνει ο Θεός της μετανοίας. Μήπως γνωρίζομεν εάν μέλλει να αποθάνωμεν απόψε; ΄Η γνωρίζομεν την ώρα του θανάτου μας; Διά τούτο ο Κύριος ημών ορίζει εις το άγιον Ευαγγέλιον: ‘ γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος ημών έρχεται’ (Ματθαίου 24,42).

Επειδή λοιπόν δεν γνωρίζουμε την ημέραν του θανάτου μας, ας μη οκνούμεν διά την σωτηρίαν μας, ας μη αμελούμεν διά το καλόν της ψυχής μας, διότι η αμέλεια ποτέ καλόν δεν επέτυχε, ποτέ αγαθόν δεν συνεπλήρωσε, ούτε σωματικόν ούτε ψυχικόν. Και όπως όταν αμελήσει κανείς τον αγρόν του, ή την άμπελον του και δεν τα καλλιεργήσει, καταστρέφονται από τας ακάνθας και τα βότανα, ούτω συμβαίνει και εις την ψυχήν εκάστου χριστιανού. ΄Οταν παραμελήση ο άνθρωπος το έργον του Θεού και το συμφέρον της ψυχής του, απόλλυται η ψυχή του ανθρώπου εκείνου από λογισμούς κακούς, από νοήματα δαιμονικά και από άλλας ενεργείας του πονηρού. Διά τούτο πρέπει να μη αμελούμεν το καλόν της ψυχής μας…» (σελ. 23-24).

Στη συνέχεια με τη βοήθεια του αγαπητού μας Καθηγητού Μέγα Φαράντου θα αναφερθώ σε μερικές σκέψεις για την μετάνοια, από  τις σημειώσεις μου που κρατούσα στα Σεμινάρια που οργάνωνε στην Εταιρεία των Φίλων του Λαού, στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο των Αθηνών με την εποπτεία του Καθηγητού μας Νικολάου Μπρατσιώτη.

Ο αμαρτωλός είναι ως ο ασθενών, που έχει ανάγκη της μετανοίας για να θεραπευθεί. Ο ασθενών έχει τεράστιες δυνάμεις μέσα του, διότι διά της ασθενείας του αρχίζει τον αγώνα του. Το ίδιο ισχύει και διά τον αμαρτωλό.

Αντίθετα, ένας που δεν έχει υποφέρει, ακόμη και διά των πιο μικρών δυσκολιών, κλονίζεται και καταποντίζεται. Οι κερδισμένοι είναι χαμένοι κι οι χαμένοι κερδισμένοι.

Η μεγαλύτερη αμαρτία στην πατερική σκέψη είναι η απόγνωση, διότι έτσι παύεις να διατηρείς την ελπίδα της μετάνοιας και κατά συνέπεια την ελπίδα της σωτηρίας. Ποτέ δεν πρέπει να μιλάμε από θέσεως ισχύος, δίνοντας την εντύπωση ότι αυτό που κάνουμε εμείς είναι και το σωστότερο. Η αυτοκριτική είναι μετάνοια. Η μετάνοια είναι και εξέταση αυτού που ήδη εννόησα για να δω αν είναι σωστό ή λάθος. Το δόγμα της καθόδου του Ιησού Χριστού στον ΄Αδη σημαίνει ότι ουδείς μπορεί να σωθεί άνευ του Χριστού κι ότι ήρθεν και στην Κόλαση του ανθρώπου, καλώντας τον σε μετάνοια για να τον σώσει.

Το περιεχόμενο της πίστεως του καλού χριστιανού δεν είναι θεωρητικό, αλλά βιωματικό. ΄Οταν κάποιος γνωρίζει το περιεχόμενο της χριστιανικής του πίστεως και στη ζωή του δεν επιτελεί το θέλημα του Θεού, αυτός είναι ένας αμαρτωλός χριστιανός που χρειάζεται μετάνοια. Τέτοιος είναι κι ο διάβολος.. Καλός χριστιανός είναι όποιος συνειδητά ακολουθεί τον Χριστόν. Ταυτόχρονα όμως κι ένας που στη ζωή του επιτελεί το αγαθόν και δεν έχει βαπτιστεί χριστιανός, ενώ δεν είναι χριστιανός, δεν σημαίνει ότι είναι και αμαρτωλός. Το παιδί δεν είναι συνήθως καλός χριστιανός, επειδή εξαρτάται από τη φύση του. Είναι πολύ κοντά στο ζώο.

Διεστραμμένος χριστιανός είναι κάποιος που ενώ ενηλικιώθηκε συνεχίζει να υπακούει τυφλά στη φύση του. Επειδή όμως ξέρει ότι αυτό είναι κακό, κρύβεται και καμουφλάρεται και ενεργεί όλα αυτά που του υπαγορεύει η φύση του κρυφά, προσποιούμενος ότι είναι καλός χριστιανός.

Καλός χριστιανός είναι ο άνθρωπος που έχει συνείδηση της ευθύνης του μέσα στην κοινωνία. Ο καλός χριστιανός λέει όχι στις αμαρτωλές επιθυμίες του, αγωνιζόμενος για τη διατήρηση κάποιων υψηλών αξιών.

Ο κακός χριστιανός με  την μετάνοια του μπορεί να γίνει καλός χριστιανός. Τελικά η μετάνοια οδηγεί τον άνθρωπο σε μια βαθύτερη ανθρωπογνωσία, τον οδηγεί στη διάκριση του καλού και του κακού και στην επιτέλεση του καλού.

Με την πραγματική μετάνοια ο άνθρωπος οδηγείται στον σεβασμό των άλλων και στην επιτέλεση του καλού γι’ αυτούς. Με την μετάνοια ο άνθρωπος γίνεται ελεύθερος εκ του παντός όταν αυτό είναι αρνητικό και ελεύθερος έναντι του αγαθού ως προσαρμογή προς επιτέλεση του αγαθού. Αντίθετα, όσο πιο πρωτόγονος είναι ο άνθρωπος τόσο περισσότερο σκλάβος είναι της άγνοιας και του φανατισμού του, έτσι ώστε τόσο περισ-σότερο να θέλει να επιβάλλει αυτό που αυτός νομίζει ότι είναι σωστό στους άλλους. Η αμαρτία της αμετανοησίας εκφράζεται σε αμαρτωλά άτομα που έχουν πωρωμένη συνείδηση.

Η πωρωμένη συνείδηση όμως μπορεί να εκφρασθεί και συλλογικά σε ολόκληρο το λαό μιάς χώρας, όταν ο λαός αυτός επιδιώκει να τοποθετεί σε ηγετικές και υπεύθυνες θέσεις τους πέμπτους και τους έκτους σε αξία κι όχι τους πρώτους, τους οποίους μάλιστα κυνηγά. Αυτό συμβαίνει όταν εκλέγουμε απατεώνες πολιτικούς που οδηγούν στο τέλος τη χώρα τους στο χείλος του γκρεμμού της χρεοκοπίας. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και στη ζωή μιας τοπικής Εκκλησίας. Τότε όμως το πρόβλημα δεν είναι ότι ο λαός αυτός ζει εν αμετανοησία, αλλά ότι το μέλλον του διαγράφεται ζοφερόν και αβέβαιον. Την μετάνοια την χρειαζόμαστε όλοι μας .