Ο Αρδίζογλου, η ΑΕΚ και ο Γ. Μαρκόπουλος

24grammata.com/ Λογοτεχνία

«ΤΑ ΞΕΝΑ ΓΗΠΕΔΑ»

και «τους καλύτερους αέρηδες.»

 γράφει ο Απόστολος Θηβαίος

Τα απογεύματα της Κυριακής η οδός Δεκελείας έσφυζε από ζωή. Ανάμεσα σε τρόλεϊ, σταθμευμένους οι οδοιπόροι με τα διακριτικά της ομάδος περπατούν με ολόκληρο τον αθλητικό σφυγμό τους. Γερασμένοι οπαδοί από τον Περισσό, τη Νέα Ιωνία που έχει χαμηλά, πολύχρωμα σπίτια απάνω στις στροφές. Οι νεότεροι που συνθηματολογούν, καπνίζουν, αγοράζουν καφέδες στα ορθάνοιχτα καφενεία, το ραδιόφωνο εκείνου του μεσόκοπου άνδρα στη διαπασών, η διαρκής αγωνία της έκβασης. Οι άνθρωποι αυτοί φορούν καλοκαιρινά πουκαμισάκια, χρώματος καφέ, ορισμένοι από αυτούς διαθέτουν στα δάχτυλά τους εξωφρενικά δαχτυλίδια που πρέπει μα βεβαιότητα να παραχωρήθηκαν σε εκείνους μια κάποια, επιθανάτια στιγμή. Ο πατέρας, ετοιμοθάνατος παραληρεί, μιλά για περηφάνια, αγρίμια, παραδείσια πτηνά. Στη θέση αυτή πάντοτε λαμβάνουν χώρα τα πιο περίφημα οράματα, είπαν όσοι συγκράτησαν την εικονογραφία του θανάτου.

Το γήπεδο είναι στα όρια του δρόμου. Η εξωτερική μάντρα είναι χτισμένη από πέτρα και εντύπωση προκαλούν οι εκκρεμείς θεμελιώσεις. Κανείς δεν τρομάζει με τα τοξικομανή παιδιά που αφθονούν σε τούτα τα μέρη, γιατί τις Κυριακές όλοι στην οδό Δεκελείας αγαπιούνται με όλη την παραφορά του έρωτα, αγαπιούνται ηρωικά, καθώς όσοι με λυμένοι γλώσσα μαρτυρούν ένα ενσαρκωμένο αίσθημα. Αγαπιούνται και ξεχύνονται από όλες τις μικρές παρόδους, οι έφηβοι εμφανίζονται μέσα από το άλσος, ετούτα τα παιδιά γοητεύονται ακόμη με τους βρυχηθμούς και τα αιώνια βλέμματα των πιο άγριων ζώων. Αυτά βρίσκονται στεγασμένα στο ζωολογικό κήπο και δεν μοιάζουν να ταράζονται γιατί έχουν συνηθίσει την κυριακάτικη κοσμοσυρροή. Κάποιος απαγγέλει ένα ποίημα. Μιλά για τον Χρήστο Αρδίζογλου, εκείνο τον περήφανο παίκτη της ομάδος ΑΕΚ και της εθνικής ομάδος που ήταν ορμητικός και ανδροπρεπέστατος, έτσι όπως αναπαρίσταται με τη θερινή εμφάνιση του κίτρινου χρώματος. Καθώς εκφωνούν τους στίχους του ποιήματος, άλλοτε ελαφρώς παραποιημένους γιατί τα λαϊκά παιδιά αρθρώνουν πάντοτε μια ποίηση προφορική και μοναδική, -τα παιδιά ετούτα σε τίποτα δεν έχουν να κάνουν με τους ακαδημαϊσμούς και το μέτρο-, δακρύζουν. Ίσως επειδή τους στίχους διδαχτήκαν από εκείνον το λησμονημένο φίλο των στρατιωτικών καταλυμάτων τύπου τολ στη Λαμία ή το φυλάκιο έξω λίγο από την πόλη της Θήβας.Δακρύζουν γιατί εχάθησαν οριστικά οι εποχές εκείνες που έτρεχαν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες στις απάνω γειτονιές και ηδονίζονταν αγωνιζόμενοι ανάμεσα σε κυμματίζοντα κτίσματα, γυμνές οικοδομές με τρυφερούς, αεικίνητους λαμπτήρες και σανιδένιες σκαλωσιές. Θλίβονται μα δεν το λένε. Στα μάτια τους που είναι σκοτεινά μπαλκόνια σε αδιέξοδες παρόδους μπορεί κανείς να δει τη μελαγχολία για τα χρόνια που ξοδεύτηκαν γρήγορα, για όλα εκείνα τα μηνύματα που ταξιδεύουν ακόμη αναπάντητα. Δακρύζουν γιατί ανακαλούν εκείνες τις μέρες του φθινοπώρου που κατέρχονταν σαν νερό, το ανθρώπινο κοπάδι έχει ορισμένες μόνο φορές τέτοια χαρακτηριστικά, κατέρχονταν τονίζω από την οδό Σινοπούλου, αδιαφορώντας για θανάτους και μυστικά δείπνα και είχαν τη διάθεση να ανατρέψουν τη φτηνή ποικιλία των προσδοκιών τους. Πάει να πει δακρύζουν γιατί εχάθη εκείνη η τόσο ορμητική ροή και πια τα πράγματα δεν τη χρειάζονται την τέχνη εκείνη που θρέφει την ποικιλία των ονείρων μας. Έπειτα σκουπίζουν με τα εργατικά τους χέρια τα δάκρυα, δεν λεν τίποτε και θυμούνται κάτι μνημειώδεις, εμβληματικές στιγμές που δαπανήθηκε μια ευκαιρία. Οι ήττες αυτές εντείνουν το δεσμό ανάμεσα στους ανθρώπους και πλουτίζουν τον ψυχικό εμπειρισμό τους. Έπειτα συγχωρούν όσους αποχώρησαν νωρίς από την κερκίδα και επευφημούν τον παλαίμαχο ποδοσφαιριστή Χρήστο Αρδίζογλου που αναφέραμε παραπάνω. Και όταν φτάνει η ώρα της βροχής και λασπώνονται οι μικροί κήποι ανάμεσα στα προσφυγικά σπίτια, τότε είναι που δεν μιλούν παρά μόνο με μονοσύλλαβες λέξεις και συνθήματα ανάλογα, καθώς όσοι έχουν κάποτε ερωτευτεί παράφορα.Και είναι όλοι πεπεισμένοι πως η ζωή τις Κυριακές είναι πλουσιότερη από την αντικειμενική της αντιστοιχία και τέτοια συμπεράσματα δεν συνιστούν τσίρκο ή αγορά με ανθρώπους καθισμένους, αδιάφορους σαν μύγες. Ο παλμός του γηπέδου τώρα κορυφώνεται και οι πιο υποψιασμένοι, όσοι έχουν, δηλαδή μυηθεί σε τρυφερές αρρώστιες γνωρίζουν πως μια τέτοια αναλογία εφαρμόζεται πλήρως σε πράγματα αμίλητα, καθώς η τέχνη, η γέννα, η ανάρρηση. Τις στιγμές ετούτες όλα αποθεώνονται και συμβαίνουν και μάλιστα σε απόσταση αναπνοής από τα υψωμένα χέρια του σκόρερ πετούν περήφανοι γερανοί και κανένας φόνος δεν θα συμβεί, όσο ο αθλητής της ομάδος ΑΕΚ πανηγυρίζει, διατρέχοντας ολόκληρο το ελλειπτικό ταρτάν.Υφίστανται κροτίδες, φωτοβολίδες σωστικές και η ατμόσφαιρα θυμίζει Παβέζε και εκείνη την ώρα καθελκύστηκε ίσως για πάντα το ολόφωτο οχηματαγωγό πλοίο «Άρτεμις.»

Ωραίοι, απογευματινοί προβολείς του γηπέδου της Νέας Φιλαδέλφειας που σιγήσατε τώρα, φωτίσατε κάποτε τις απαράμιλλες εορτές της νεότητας. Μόνο ο ποιητής Γεώργιος Μαρκόπουλος, Μεσσήνιος και κατανυκτικός, υπαινισσόταν ήδη από τότε τον άγριο τρόπο με τον οποίο θα σκορπίσουν οι φίλοι μας. Θα βρεθούν είπε σε αδιάφορα μέση, όπως η πολίχνη Αταλάντη, μακριά πολύ από την περιοχή της Νέας Φιλαδέλφειας. Θα εργάζονται με βεβαιότητα στην υπηρεσία της ειρηνιστικής γραφειοκρατίας και με το τρανζίστορ θα δονίζονται ολόκληροι τις Κυριακές τα απογεύματα με τις αγωνιώδεις, αμυντικές υπερβάσεις των τελευταίων λεπτών. Δακρυσμένοι θα ανάβουν τις νύχτες το τσιγάρο τους πάνω στο πριονωτό φεγγάρι και έτσι σφαγμένοι, με όλα τα χρόνια νεκρά στα πόδια τους, αργόσυρτοι θα αγαπούν περισσότερο τη ζωή.

Ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος στεκόταν έξω από τα πωλητήρια των εισιτηρίων. Γύρευε ένα όνομα, καθώς οι θολωμένοι στα συνοικιακά καφενεία που δεν μπορούν να θυμηθούν ένα τοπωνύμιο ή την κοψιά εκείνου του φοβερού επιθετικού, που αποδήμησε προσφάτως σε περασμένη ηλικία. Κοιτούσε τον ορίζοντα με μια όψη κινηματογραφική, θύμιζε θέλω να πω Παζολίνι, είχε μια ποιητικότητα η στιγμή. Φαινόταν μόνος, οι αέρηδες ήταν θερμοί, όπως οι τακτικές εξαερώσεις της Πλατείας Βικτωρίας, η πρόταση ενός ποιητή, το ύφος του πάει να πει στέκει πάντοτε έξω από τον κόσμο. Στεκόταν όπως οι μελλοντικοί επιβάτες των steamships και ήταν ο καιρός που μεγάλωναν οι μέρες. Όταν ρωτήθηκε είπε πως συλλογίζεται την τρυφερότητα της ανθρώπινης ιστορίας με όλες τις χαμένες, έστω γενιές της. Στο γήπεδο οι οπαδοί παραληρούσαν. Ο Αρδίζογλου σκόραρε και τώρα πανηγυρίζει, η Ελένη αμετανόητη χάνεται μες στο πλήθος, η Μήδεια δοσμένη στο πάθος της, απέναντι στα μπαλκόνια φυσούν δαιμονισμένα οι παλιές, οι οριστικά περασμένες δεκαετίες. Κάποιοι χαιρέτησαν τον ποιητή. Ο Γιώργος Μαρκόπουλος τίναξε από πάνω του τα ερείπια της Κορίνθου και παρακολούθησε με πάθος το υπόλοιπο ενός αβέβαιου αγώνος.