1940-1943: O πόλεμος για τον έλεγχο των πετρελαίων

24grammata.com/ ιστορία

Προέλαση στην έρημο

γράφει ο Αλεξάνδρος Kούτσης, ομότιμος καθηγητής Πολιτικής και Ιστορίας της Μέσης Ανατολής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Η Βόρεια Αφρική έχει μεγάλη στρατηγική σημασία, επειδή ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος των συγκοινωνιών τριών ηπείρων. Για τον λόγο αυτό, στις αρχές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αποτέλεσε το θέατρο σημαντικών πολεμικών επιχειρήσεων, καθώς τόσο οι Σύμμαχοι όσο και οι Δυνάμεις του Αξονα διεκδίκησαν να την χρησιμοποιήσουν ως βάση και αφετηρία μελλοντικών στρατηγικών επιδιώξεων.

Στο πλαίσιο αυτό, το πρώτο βήμα έκανε η Βρετανία. Τον Δεκέμβριο του 1940, επωφελούμενη της εμπλοκής της Ιταλίας στον πόλεμο εναντίον της Ελλάδας, εισέβαλε στην Κυρηναϊκή που κατείχαν οι Ιταλοί και κατέλαβε τη Βεγγάζη. Σε απάντηση, η Γερμανία απέστειλε ένα εκστρατευτικό σώμα, το Αφρικα Κορ, υπό τη διοίκηση του στρατάρχη Ερβιν Ρόμελ για να ενισχύσει τους Ιταλούς συμμάχους της. Στο σημείο αυτό, το Βρετανικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής απέστειλε εκστρατευτικό σώμα στα Βαλκάνια για την ενίσχυση της Ελλάδας εναντίον του Αξονα. Εκμεταλλευόμενος αυτήν τη μείωση στη βρετανική στρατιωτική δύναμη, ο Ρόμελ αντεπιτέθηκε τον Απρίλιο του 1941, αναγκάζοντας τους Βρετανούς να αποχωρήσουν μέχρι τα σύνορα της Αιγύπτου, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την Αλεξάνδρεια.

Τους επόμενους μήνες, οι βρετανικές δυνάμεις ενισχύθηκαν και τον Νοέμβριο του 1941 εξαπέλυσαν νέα επίθεση, λύνοντας την πολιορκία και απομακρύνοντας τα γερμανοϊταλικά στρατεύματα μέχρι τον κόλπο της Σύρτης. Η εξέλιξη αυτή όμως σύντομα ανακόπηκε γιατί οι ανάγκες του θεάτρου επιχειρήσεων της Απω Ανατολής επέβαλαν νέα μείωση των βρετανικών δυνάμεων στην Αίγυπτο. Τον Ιανουάριο του 1942, ο Ρόμελ αντεπιτέθηκε πάλι και μέχρι τις αρχές του Ιουλίου τα γερμανοϊταλικά στρατεύματα εισήλθαν 160 χιλιόμετρα εντός του αιγυπτιακού εδάφους, δημιουργώντας πανικό και χάος στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια.

Την εποχή εκείνη, οι Σύμμαχοι αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα στην Ευρώπη. Η γερμανική επιχείρηση Μπαρμπαρόσα είχε καθηλώσει τους Ρώσους, οι επιθέσεις των γερμανικών υποβρυχίων στον Ατλαντικό προκαλούσαν σοβαρές δυσχέρειες στη Βρετανία και η δυτική Ευρώπη φαινόταν να βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο της Γερμανίας. Ως εκ τούτου, ο πόλεμος στη Βόρεια Αφρική θεωρείτο καθοριστικός. Εάν ο Ρόμελ καταλάμβανε τη διώρυγα του Σουέζ, οι Σύμμαχοι θα έχαναν τη δυνατότητα να ανεφοδιάζονται. Η μόνη εναλλακτική διαδρομή ήταν μέσω της Νότιας Αφρικής, η οποία ήταν μεγαλύτερη και πολύ πιο επικίνδυνη λόγω των ιδιόμορφων καιρικών συνθηκών. Το ψυχολογικό πλήγμα της απώλειας του Σουέζ και της Βόρειας Αφρικής θα ήταν ανυπολόγιστο, ειδικά αφού θα έδινε στη Γερμανία ελεύθερη πρόσβαση στα πετρέλαια της Μέσης Ανατολής.

Ο κίνδυνος ολοκληρωτικής καταστροφής της Βρετανικής Στρατιάς και της καταλήψεως της Αιγύπτου από τον Αξονα αποτράπηκε την τελευταία στιγμή. Μετά από μάχες που κράτησαν όλο τον Ιούλιο, οι Σύμμαχοι κατάφεραν να ανακόψουν την προέλαση των γερμανοϊταλικών δυνάμεων στο Ελ Αλαμέιν, σε απόσταση μόλις 90 χιλιομέτρων από την Αλεξάνδρεια. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες αντεπιθέσεις των Συμμάχων για να απομακρύνουν τον εχθρό χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τελικά, στα τέλη Ιουλίου, με δεδομένη τη στασιμότητα που δημιουργήθηκε, τόσο οι Σύμμαχοι όσο και οι δυνάμεις του Αξονα ανέστειλαν τις επιχειρήσεις τους ώστε να ανεφοδιαστούν.

Εν τω μεταξύ, ο βρετανικός λαός άρχισε ήδη να χάνει το ηθικό του. Ο Τσόρτσιλ γνώριζε ότι, αν δεν κατάφερνε σύντομα κάποια νίκη, θα αντιμετώπιζε την προοπτική ψήφου μη εμπιστοσύνης στη Βουλή. Επρεπε λοιπόν να κρατήσει το Ελ Αλαμέιν οπωσδήποτε. Ετσι, αποφάσισε να αναδιοργανώσει το Αρχηγείο στο Κάιρο και τον Αύγουστο του 1942 αντικατέστησε τον Αγγλο στρατηγό Κλοντ Οχινλεκ με τον στρατηγό Μπέρναρντ Μοντγκόμερι.

Ενώ οι Σύμμαχοι ανεφοδιάζονταν επαρκώς διαμέσου του Σουέζ και της Μεσογείου, ο Ρόμελ αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα. Με το Βερολίνο να επικεντρώνει τις ενέργειές του στο Ανατολικό Μέτωπο, ο Ρόμελ ελάμβανε μόνο το ένα τρίτο των εφοδίων που χρειαζόταν. Στα τέλη Αυγούστου, προκειμένου να αποτρέψει την περαιτέρω επιδείνωση του συσχετισμού δυνάμεων, αποφάσισε να επιτεθεί κατά των Συμμάχων ακόμη κι αν δεν ήταν καλά εξοπλισμένος. Η επίθεσή του, όμως, αποκρούστηκε και πάλι.

Στο σημείο αυτό, ο Ρόμελ αρρώστησε και επέστρεψε στη Γερμανία για ανάρρωση. Γνώριζε καλά όμως ότι οι συμμαχικές δυνάμεις σύντομα θα ήταν αρκετά ισχυρές ώστε να επιτεθούν. Η μόνη του ελπίδα ήταν να κερδίσουν γρήγορα οι γερμανικές δυνάμεις τη μάχη του Στάλινγκραντ και να προωθηθούν νότια προς τη Μέση Ανατολή. Προς αντιμετώπιση της απειλής αυτής, το Λονδίνο θα εξαναγκαζόταν να αποσπάσει μεγάλο αριθμό βρετανικών δυνάμεων από το αιγυπτιακό μέτωπο και να τις αποστείλει στο Ιράν, με αποτέλεσμα να αναβάλει κάθε επίθεση κατά του στρατού του. Παράλληλα, ο Ρόμελ ήλπιζε να πείσει τον Χίτλερ να ενισχύσει τις δυνάμεις του ώστε να επιτευχθεί η προσδοκώμενη σύνδεση του Αφρικα Κορ με τα γερμανικά στρατεύματα που προέλαυναν στη νότια Ρωσία, πετυχαίνοντας έτσι μια τελική νίκη επί των συμμαχικών δυνάμεων στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή.

Στις 23 Οκτωβρίου 1942, όμως, έχοντας ολοκληρώσει την προετοιμασία του, ο Μοντγκόμερι εξαπέλυσε τη μεγάλη επίθεσή του. Δύο ημέρες αργότερα, ο Ρόμελ επέστρεψε και απάντησε με σφοδρές αντεπιθέσεις, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. Εντός λίγων ημερών, συνειδητοποίησε ότι, λόγω έλλειψης καυσίμων, η μάχη ήταν χαμένη. Στις 2 Νοεμβρίου πρότεινε στον Χίτλερ την αναδίπλωση των δυνάμεών του, αλλά αυτός αρνήθηκε, διατάζοντάς τον να πολεμήσει μέχρις εσχάτων. Δύο μέρες αργότερα, επανέλαβε το αίτημά του και στις 5 Νοεμβρίου, χωρίς να περιμένει άλλο την απάντηση, διέταξε την υποχώρηση του Αφρικα Κορ. Η ραγδαία υποχώρηση που επακολούθησε είχε σοβαρότατες επιπτώσεις για τις ιταλικές μονάδες, οι οποίες είχαν εγκαταλειφθεί στην έρημο χωρίς εφόδια και τροφή, με αποτέλεσμα είτε να διαλυθούν είτε να παραδοθούν. Τα γερμανικά στρατεύματα συνέχισαν να υποχωρούν και τον Μάιο του 1943 παραδόθηκαν και αυτά.

Η μάχη του Ελ Αλαμέιν υπήρξε η πρώτη αποφασιστική νίκη των Συμμάχων και έθεσε τέλος στις προσδοκίες του Αξονα να καταλάβει την Αίγυπτο, να ελέγξει τη διώρυγα του Σουέζ και να αποκτήσει πρόσβαση στις πετρελαιοπηγές της Μέσης Ανατολής. Οπως χαρακτηριστικά είπε ο Τσόρτσιλ: «Πριν από το Ελ Αλαμέιν δεν είχαμε ποτέ μια νίκη. Μετά το Ελ Αλαμέιν δεν είχαμε ποτέ μια ήττα».

Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Ελληνικής Ταξιαρχίας

Μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα, η ελληνική κυβέρνηση εγκαταστάθηκε στο Κάιρο. Επειδή όμως οι Αιγύπτιοι διατηρούσαν ουδετερότητα στα πρώτα έτη του πολέμου, της ζητήθηκε να αποχωρήσει για να μη δημιουργηθεί ρήξη με το Βερολίνο. Πριν από την αποχώρησή της για το Λονδίνο, η ελληνική κυβέρνηση συγκρότησε το «Αρχηγείο Βασιλικού Ελληνικού Στρατού Μέσης Ανατολής», με αρχηγό τον αντιστράτηγο Εμμανουήλ Τζανακάκη και έδρα το Κάιρο. Υπό την εποπτεία του, σύντομα συγκροτήθηκε ο Ελληνικός Στρατός της Μέσης Ανατολής, απαρτιζόμενος από αξιωματικούς και στρατευσίμους που διέφυγαν από την Ελλάδα. Ενα τμήμα του στρατού αυτού συμμετείχε στη μάχη του Ελ Αλαμέιν.

Στρατηγικοί στόχοι

Από την αρχή, βασική στρατηγική της ελληνικής κυβερνήσεως ήταν να εξασφαλίσει τη συμμετοχή ελληνικών δυνάμεων στις επιχειρήσεις των Συμμάχων εναντίον του Αξονα. Ετσι, θα διατηρούσε την αίγλη που είχε αποκτήσει ο ελληνικός στρατός από τον νικηφόρο αγώνα στη Βόρεια Ηπειρο και την ηρωική του αντίσταση στην Κρήτη. Παράλληλα, θα συντηρούσε την ελπίδα του ελληνικού έθνους για απελευθέρωση. Τέλος, θα αποτελούσε ισχυρό χαρτί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, μετά τη λήξη του πολέμου, για την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Επειτα από αλλεπάλληλες οχλήσεις της ελληνικής πλευράς, το Λονδίνο τελικά ανταποκρίθηκε. Σε πρώτη φάση αποφασίσθηκε η μεταφορά της 1ης Ελληνικής Ταξιαρχίας από τη Συρία στην Αίγυπτο και η χρησιμοποίησή της στη δεύτερη γραμμή του μετώπου που προάσπιζε το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια. Η ελληνική κυβέρνηση όμως συνέχισε να πιέζει για την άμεση συμμετοχή ελληνικών στρατευμάτων στο μέτωπο των επιχειρήσεων. Τελικά, προκειμένου να εξασφαλίσει νίκη κατά του Ρόμελ, ο Τσόρτσιλ ενέκρινε τον Αύγουστο του 1942 την αποστολή της Ταξιαρχίας στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Στις 7 Σεπτεμβρίου, αυτή τέθηκε υπό την 50ή Βρετανική Μεραρχία που είχε αναλάβει την προάσπιση της βόρειας περιοχής του Δέλτα και η αποστολή της ήταν να αμυνθεί της τοποθεσίας νότια της λίμνης Μαριούτ. Η Ταξιαρχία παρέμεινε εκεί μέχρι την εκδήλωση της μεγάλης συμμαχικής επίθεσης στο Ελ Αλαμέιν. Μετά τις 5 Νοεμβρίου, συμμετείχε στην καταδίωξη του εχθρού στον τομέα της και ανέλαβε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή γύρω από το Ελ Αλαμέιν.

Στις 18 Δεκεμβρίου, το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής διέταξε την Ελληνική Ταξιαρχία να αποχωρήσει από τη ζώνη των επιχειρήσεων και να επιστρέψει στην Αίγυπτο. Δύο είναι οι λόγοι που πιθανολογούνται να οδήγησαν στην απόφαση αυτή. Πρώτον, δεδομένου ότι οι Σύμμαχοι σχεδίαζαν μελλοντικές αποβάσεις σε διάφορα σημεία της Μεσογείου, η επιστροφή της Ταξιαρχίας στο Σουέζ προφανώς αποσκοπούσε στην κατάλληλη προετοιμασία της για απόβαση σε ελληνικό έδαφος. Δεύτερον, στις αρχές Δεκεμβρίου, η Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Ρωσία ανακοίνωσαν την απόφασή τους να εγγυηθούν, μετά τη λήξη του πολέμου, την ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση του αλβανικού λαού και την εδαφική ακεραιότητα της Αλβανίας. Οι δηλώσεις αυτές φυσικά προκάλεσαν μεγάλη αναταραχή στις τάξεις της Ταξιαρχίας, γιατί έθιγαν άμεσα τις κατοχυρωμένες εθνικές διεκδικήσεις στη Βόρεια Ηπειρο. Η αγανάκτηση και δυσαρέσκεια των ανδρών της Ταξιαρχίας χαρακτηρίσθηκε από τους Βρετανούς ως ανάμειξη του στρατού στην πολιτική και μείωση της μαχητικότητάς της σε βαθμό που να επιβάλλεται η απομάκρυνσή της από το μέτωπο.

www.news.kathimerini.gr