Τα Τιμαλφή της Καθημερινότητας

bilancia 24grammata.com24grammata.com/ λαογραφία
Τα Τιμαλφή της Καθημερινότητας
(Εισαγωγή)

γράφει ο    Βαγγέλης Μαυροδής.

Έτσι τα ονομάζω εκείνα τα ταπεινά, ταπεινά μεν αλλά και τόσο απαραίτητα  πράγματα, εκείνα τα εργαλεία και σκεύη που χρησιμοποιήθηκαν σε παλιότερες εποχές και εξυπηρέτησαν τα νοικοκυριά και τις αγροτικές γενικά εργασίες, και που σιγά σιγά αποσύρθηκαν, ξεχασμένα σε κάποιο κατώι ή περασμένα στα κενά της σκεπής κάποιας από χρόνια αχρησιμοποίητης καλύβας ή αποθήκης  . . .
Και είναι πολλά , πάρα πολλά αυτά τα εργαλεία και θα τα αναφέρω ένα ένα όσα θυμάμαι, για να τα ξαναθυμηθούν οι παλιότεροι, και  να μάθουν οι νέοι, όσοι θέλουν βέβαια να μάθουν, γιατί από τη στιγμή που στα σπίτια μας όλοι πλέον έχουμε ηλεκτρικό, τι το θέλει ο μικρός να μάθει για το . . . γκαζοκάντηλο ή τι ήταν το θειαφοκέρι που δεν έσβηνε με τον αέρα και τη βροχή, κι’ αφού όλα τα σπίτια διαθέτουν ψυγεία γιατί να ξέρει ο μικρός τι ήταν το «Φανάρι» με τη σήτα;
Θα αναφερθώ σε πολλά τέτοια «παλιά» και θα ξεκινήσω από τα απλούστερα, και σιγά σιγά, θα μπούμε και στα σύνθετα  . . .και εδώ είμαστε, αλλά επειδή πολλές φορές μερικά πράγματα ξεχνιούνται, καλό θα είναι τα γραφόμενα να σχολιαστούν με καλή διάθεση, για να προσθέσουν και λεπτομέρειες όσοι γνωρίζουν περισσότερα, να πουν τη γνώμη τους για να συμπληρωθεί η εικόνα τού κάθε εργαλείου ή σκεύους και να μείνει στους κατοπινούς.
Τώρα θα πει κάποιος και τι να το κάνουν να ξέρουν οι κατοπινοί, οι ύστερα από μας, να ξέρουν πως «γεμίζει» ένα σαμάρι με σικαλιά, και πως λέγεται το ειδικό εργαλείο- βελόνα με την τρύπα στη . . . μύτη, να μάθουν πώς  και με ποια εργαλεία πεταλώνεις ένα μουλάρι, ή πως δίνεις το «τσιαπράζι» σε ένα πριόνι;
Και γιατί να ξέρουν τί είναι το αμόνι του κοσατζή και το κουσοσφύρι, τι ήταν η ξύλινη σαΐτα  και τα καλαμούδια της στον αργαλειό, και το διπλωμένο φτερό που  σφήνωνε το ειδικό ξυλάκι στη σαΐτα, γύρω από το οποίο στρέφονταν το καλαμούδι που πάνω σ’ αυτό το καλαμούδι  ήταν τυλιγμένο το «υφάδι» , τι ήταν τα μιτάρια και το ξυλόχτενο, οι πατήτρες και  πάρα πολλά  άλλα;
Θα τα πω  όμως όσο γίνεται καλύτερα και με όσες θυμάμαι λεπτομέρειες, κι’ άμα κάποιες τέτοιες λεπτομέρειες φανούν βαρετές, αλλάξτε . . .κανάλι και αφήστε τες για τους ειδικούς και για όσους θυμούνται ακόμα, κι’ όποιος είναι περίεργος ..  .ας περάσει, ορίστε. . .  . .
Οι άλλοι, οι ανυπόμονοι και αδιάφοροι, ας κάνουν αυτό που τους αρέσει, κι’ ας κρατήσουν τα σχόλιά τους  σε χαμηλό τόνο. Άλλωστε όσα θα γράψω επανέρχονται στην παραφορτωμένη μνήμη ύστερα από πολλά χρόνια κι’ έτσι, αν κάπου θα κάνω λάθος, είπαμε, ας βγει κάποιος να με διορθώσει, κι’ άμα αυτός ο κάποιος ή η κάποια δεν τάχει καλά με την ηλεκτρονική επικοινωνία, ας βάλει κάποιον άλλο να το κάνει, ντροπή δεν είναι.
Και, αφού  αυτά τα εργαλεία και τα σκεύη ήταν κάποτε κομμάτια της ζωής μας στα χωριά,   αφού με τέτοια ζήσαμε, και παρέα με τα τέτοια μεγαλώσαμε, δε θα πρέπει να πούμε δυο κουβέντες  για να μείνουν;
Να πούμε κάτι γι’ αυτά τα πράγματα που παν να ξεχαστούν, να πούμε λίγα λόγια  και μόνο σαν ένα αλλιώτικο μνημόσυνο  για εκείνους τους μπαρμπάδες, τους γονείς και τους παππούδες μας, τις Μανάδες μας και τις Γιαγιάδες και τις αιωνόβιες Μανάκες(1)  μας  που χρησιμοποίησαν αυτά τα άγνωστα σήμερα εργαλεία και σύνεργα και προσπάθησαν να διευκολύνουν τις δουλειές και γενικά τη ζωή τους, και που με πολύν κόπο πορεύτηκαν  και τα αφήκαν σε μας εκείνα τα ταπεινά, ξέροντας και βλέποντας ότι κάποτε θα ξεπεραστούν και μάλλον εμείς οι επόμενοι δεν θα τα ξαναχρησιμοποιήσουμε;
Άφησαν πίσω τους εργαλεία και προσωπικά αντικείμενα, έχοντας όμως βαθειά μέσα τους την ελπίδα ότι τουλάχιστον αυτά δεν θα πεταχτούν και θα μείνουν κάπου να θυμίζουν το πέρασμά τους από «εδώ».   . .
Και η αναφορά σε κείνα τα παλιά εργαλεία και αντικείμενα, ας είναι ένα μνημόσυνο για τον μπάρμπα Διονύση, τον μπάρμπα Γρηγόρη και τον μπάρμπα Φωκίωνα   τον παππού το Στέργιο, για τη γιαγιά την Κατερίνη, την Πολυξένη και τη   Μαργαρώ, την Μανάκα Μπιγίνα και τόσες άλλες,  που αφήκαν πίσω τους τον Αργαλειό, το Ροδάνι την Ανέμη και τη Ρόκα, ένα μνημόσυνο για τον αφανή μεροκαματιάρη, τον υλοτόμο και τον αγωγιάτη,   που ξενιτεύτηκαν και δούλεψαν κάτω από συνθήκες πολύ δύσκολες όπου υπήρχε δουλειά, και κάποτε όλοι αυτοί αποσύρθηκαν και  αφήκαν πίσω τα εργαλεία τους να σκουριάζουν παραπονεμένα και αχρησιμοποίητα.
Κι’   ακόμα ας είναι μια αναφορά για τον ανώνυμο μεταλλωρύχο που με το φκιάρι και  την κράτσνα,(2) με το λοστάρι και το  πικούνι(3) κατέβηκε  στις στοές μόνο με τη λάμπα της ασετιλίνης, που κατέβηκε νέος και βγήκε ασπρομάλλης, παραπονεμένος και απόμαχος.
Όλοι εκείνοι οι αφανείς επώνυμοι κοντινοί συγγενείς και μακρινοί ανώνυμοι, για μάς  μόχθησαν, «πολέμησαν»(4) όπως το λέμε στα μέρη μας,  για να φτάσουμε εμείς ως εδώ, να πορευτούμε κι’ εμείς κάτω από καλύτερες συνθήκες και ν’ αφήσουμε  στους παραπίσω όσα καλά και τίμια μπορέσαμε να πάρουμε από τους προηγούμενους . . .
Σ’ αυτούς που μάλλον ξεχάστηκαν   και έμειναν ανώνυμοι για τους πολλούς αλλά που για μάς όσο αντέξει η μνήμη μας θα είναι οι καθημερινοί επώνυμοι, αυτοί που ίδρωσαν για να αναστηθούμε εμείς, και οφείλουμε εμείς έστω μια στιγμή μνήμης, το χρωστούμε αυτό σε κείνους, καθώς και σε όσους κοντινούς δικούς μας  μόχθησαν μαζί τους  και δεν απόλαυσαν ανάλογα, όσα εμείς απολαμβάνουμε  με λιγότερο κόπο.
Ήρθαν όμως έτσι τα πράγματα που ο καθένας μας βρέθηκε σε κάποια μεριά, και ανάλογες ήταν και οι ευκολίες της ζωής του, αλλά και ποιος θα κρίνει τα αποτελέσματα  έξω από κείνους  που είχαν τον πρώτο λόγο;
Έξω από κείνους που υπέφεραν κάποτε για να μείνουμε εμείς στην ομαλή όχθη του ποταμού, και  που σήμερα απόμαχοι όσοι απόμειναν,  περιμένουν ένα ελάχιστο «κάτι» από μας;
Σε όλους αυτούς οφείλουμε μια συγγνώμη και ένα μεγάλο ευχαριστώ,  με ένα καθαρό βλέμμα και ένα σφίξιμο του χεριού,  με ένα ρακί δίπλα τους στο ίδιο τραπέζι, και  με  ένα χαμόγελο  που τόσα  χρόνια   μπορεί και να τους έλλειψε . .  .
Κι’ ας μην τους πληγώσουμε λέγοντας απερίσκεπτα και επιμένοντας για την «αχρηστία» των εργαλείων και σκευών που χρησιμοποίησαν, κι’ ας ξεπεράστηκαν από την τεχνολογία. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να τους ικανοποιήσουμε. Αν δεν υπάρχουν αποθηκευτικοί χώροι και τοίχοι για διακόσμηση, τα παλιά  εργαλεία και σκεύη στα διάφορα μεγάλα ή μικρά λαογραφικά μουσεία,  είναι καλοδεχούμενα.
Γιατί αυτά όλα εκτός από τη γλώσσα, είναι οι ταπεινοί συνδετικοί κρίκοι μεταξύ των γενεών. .  .
Και μάλιστα, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν τα εκθέματα όταν υπάρχει κάποιος να εξηγήσει τη χρήση και την προέλευσή τους.
Ακόμα, σε αρκετά τέτοια μουσεία, εκείνοι που τα έστησαν με μεράκι στον τόπο τους, φρόντισαν να κάνουν γνωστό περιληπτικά πάνω σε κάθε εργαλείο ή σκεύος την προηγούμενη  χρήση του, ακόμα και τον ιδιοκτήτη-δωρητή, πράγμα που δίνει μια ικανοποίηση για όσους χάρισαν αυτά τα αντικείμενα, που τα τίμησαν και δεν τα πέταξαν, που δεν τα αντάλλαξαν. . .
Έτυχε  παλιότερα να επισκεφτώ μικρό λαογραφικό μουσείο στο ορεινό χωριό Κερασίτσα της Πελοποννήσου, και θυμάμαι με πόσο καμάρι ο νεαρός που με ξενάγησε, εκτός από τα πολλά άλλα, μού έδειξε μερικά εργαλεία και μού είπε  .. . «αυτά ήταν του Παππού μου του μαραγκού . . !!!.»
Αλλά  πριν να ξεκινήσω την παρουσίαση των  ταπεινών αυτών τιμαλφών και για να καταλάβει ο περίεργος αναγνώστης τη σοβαρότητα  των όσων θα ακολουθήσουν, λέγοντας τιμαλφή, δεν εννοώ κοσμήματα και πολύτιμα αντικείμενα, αλλά απλά και ταπεινά πράγματα, εργαλεία και σκεύη, στα οποία μπορεί σήμερα να μη δίνουμε καμιά σημασία  είτε γιατί τα έχουμε σε αφθονία, είτε γιατί ξεπεράστηκαν και δε χρειάζονται πια.
Και  για να γίνει κατανοητό αυτό, αρκεί μόνο να πω , ότι η Μάνα μας μού έλεγε ότι στην εποχή που ήταν μικρή, όταν η οικογένεια ήταν καλεσμένη σε κάποιο γάμο στο χωριό, φρόντιζαν να παν ως δώρο, κανένα κουτάλι ή πιρούνι, μια πήλινη κατσαρόλα και πολύ σπάνια ένα τσίγγινο πιάτο (εμαγιέ), αλλά και έψαχναν για κανένα μπουκάλι, γιατί το καινούργιο νοικοκυριό είχε ανάγκη από μερικά μπουκάλια, ένα για το λάδι, άλλο για το ξύδι, για το πετρέλαιο,  το κρασί και  το τσίπουρο, για το λαδόξιδο στο χωράφι,για τον αγιασμό αλλά και για . . . μπιμπερό, και θα πούμε πως χρησιμοποιούσαν το μπουκάλι σαν μπιμπερό, υπομονή  μόνο, κι’ όποιος δεν έχει υπομονή, ας ψάξει αλλού για διασκέδαση, εδώ θα μείνουν μόνο οι περίεργοι, και οι αργόσχολοι. . . . αισθηματίες.
Και ειλικρινά,  δεν μπόρεσα να καταλάβω τους συνομήλικους και συμμαθητές, δεν μπορώ να τους καταλάβω για την «άρνησή τους» και την αδυναμία τους, η μάλλον για το φόβο τους, να «μπουν» στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, να έρθουν σε επαφή με όλον τον κόσμο και να φρεσκάρουν τη μνήμη, τη στιγμή που ο υπολογιστής ούτε.  . . Αλτσχάιμερ παθαίνει, αλλά ούτε και μπορεί να κρίνει τις όποιες αδυναμίες μας στο χειρισμό του, αφού ότι τού πεις κάνει χωρίς καμιά άποψη και κριτική, μα και λάθος πλήκτρο να πατήσεις, ποτέ δεν χαλάει. .  .
Και  θα ξεκινήσω  κάνοντας την αρχή από τη βασική τροφή, το ψωμί και τα σκεύη που χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή του, με πρώτη την ξύλινη σκάφη την «Κοπάνα» όπως την ξέρουμε στα μέρη μας και έπεται συνέχεια, μόνο γεροί νάμαστε να τα τελειώσουμε κι’ είναι πάρα πολλά αυτά τα  Ταπεινά Τιμαλφή.
Με χαιρετίσματα σε όλους  τους  καλόβολους και καλόγνωμους,
Βαγγέλης Μαυροδής
και σε όσους έχουν όρεξη για περισσότερα, mavrodis.blogspot.com
Οφείλω όμως να πω κάτι και γι’ αυτές τις αριθμημένες ιδιωματικές λέξεις, όπου,
1.Μανάκα είναι η προγιαγιά
2.Κράτσνα είναι η Τσάπα, αλλά με τριγωνική μορφή και  με κυρτή την επιφάνεια για να «τραβάει» ευκολότερα το χώμα προς τη μεριά του  «χρήστη». Την Κράτσνα την έφεραν  στα Μαντεμοχώρια οι ξένοι τεχνίτες οι οποίοι εργάζονταν στα μεταλλεία της περιοχής και χρησιμοποιήθηκε από τους εργάτες και τις εργάτριες για τη «σύρση» των θραυσμάτων τού μεταλλεύματος, ύστερα από το «σπάσιμο» με σφυριά (με τα χέρια) και τη διαλογή του, για να οδηγηθεί στα Καμίνια- χυτήρια.
3.Πικούνι, είναι το σκαπτικό εργαλείο του μεταλλωρύχου, μυτερό «κι’ απ’ τ’ς ιδγιό τ’ς μιρές»(ΑΒ) κατάλληλο για «ξεσκάλωμα» του μεταλλεύματος από τα τοιχώματα της στοάς.
4.Πολεμώ.( Ιδιωματική προφορά  Πουλιμώ). Δουλεύω κάπου, εργάζομαι. Και παλιότερα όταν θέλαμε να μάθουμε πού δούλευε κάποιος, (ξενιτεμένος συνήθως), ρωτούσαμε. .  . « Σιαπού βρίσκισι Μήτσιου; .πού τα πουλιμάς ;» ( Πού μένεις πού δουλεύεις;)
.
ΑΒ.Εδώ στην έκφραση η οποία  σημαίνει «και από τις δυο μεριές», έχουμε ένα «άλμα» του –ι- (γιώτα,) το οποίο χάριν . .  .ευφωνίας έφυγε από την προηγούμενη λέξη «τ ι ς» (τις δγιό) τις δύο δηλαδή. Έτσι αποφάσισαν τότε (πότε;) οι  . . .γλωσσολόγοι του χωριού, γιατί είπαν να κόψουν το φωνήεν αλλά δεν τους πήγαινε και να το πετάξουν τελείως γιατί άμα έφευγε αυτό το φωνήεν θα ακούγονταν ένα.  . .βαρβαρικό . . . «τ’ς δγιο» οπότε η γλωσσική . . . αρμονία πήγαινε περίπατο.
Έτσι βρήκαν τη λύση και πήραν το Ι (γιώτα) από το «τ ι ς» και το πρόταξαν στο αριθμητικό δγιο (δύο) για να . .  .  ευπρεπιστεί και να ακούγεται καλύτερα.
Έτσι βγήκε αυτό το. . .ωραίο  που σάς. . .  ταλαιπωρεί, αυτό το « κι’ απ’ τ’ς ιδγιό τ’ς μιρές. . .»  Αυτάαααα.
Σ’ αυτές όμως τις μεταθέσεις φωνηέντων και ιδίως στις πάμπολλες αφαιρέσεις τους από πάρα πολλές λέξεις καθώς και στις προσθέσεις συμφώνων, θα επανέλθω αργότερα.
Γιατί όλοι αυτοί οι τεχνητοί γλωσσολογικοί . . .σεισμοί στην περιοχή μας    μπορεί να φαίνονται παράξενοι σήμερα, αλλά για τους παλιούς έδωσαν μια τοπική ιδιωματική γλώσσα που τα είχε και τα έχει όλα.
Και εκείνο που τους ενδιέφερε δεν ήταν μόνο η ηχητική .  . .αρμονία στον προφορικό λόγο, αλλά και η συντομία στην αφήγηση, που αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στα χωριά μας μπορείς ακόμα να πεις  πολύ περισσότερα «έπεα» στον μισό. .  . χρόνο από όσον θα χρειαζόταν ένας κανονικός.  . .ομιλητής για να πει τα ίδια . . .!!!
Αλλά για να τελειώνουμε καμιά φορά, τη γνωστή «Μασιά» ,την  «Πυράγρα» των αρχαίων, στην περιοχή μας τη λέμε και Τζμπίδ’.
Βαρβαρική η προφορά, αλλά έτσι τη βρήκαμε και τη μάθαμε.
Και όταν λέω «στην περιοχή μας» εννοώ τα παλιά Μαντεμοχώρια, απ’ όπου η καταγωγή μου, εκεί στη Βορειοανατολική Χαλκιδική, εκεί που τώρα πάν ν’ αλλάξουν τον τόπο για να βγάλουν λέει χρυσό.
Φαίνεται ότι κάπου ξανάγιναν της μόδας τα χρυσά . . . .δόντια . . . Τα θυμάστε; Αυτά , και με χαιρετισμούς .

Και όσοι περίεργοι και.  . .υπομονετικοί,  για περισσότερα στο mavrodis. blogspot.com