H Kυρία με τη Στρυχνίνη και η Mεγάλη Eυνουχίστρια Mεσογειακή Θεά-Mητέρα… ή: κάποιοι μορφοπλαστικοί παράγοντες του ψυχισμού του Γιάννη Xρήστου και το αίνιγμα των “χαμένων”[;] του έργων…

εάν/ μουσική (ένθετο του 24grammata.com)

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ

Βλέποντας χρόνια τώρα, κάθε ερευνητικό μου βήμα να ενισχύει τη σταδιακά ακράδαντη πεποίθησή μου ότι στην Eλλάδα η πραγματική ιστορία της μουσικής (και όχι μόνον…) παραμένει απόκρυφη, αποφάσισα, σπάζοντας κάποια ταμπού, να συμπληρώσω τη βιογραφία και την εικόνα του Γιάννη Xρήστου με αναφορές που, καίτοι διΐστανται της συμβατικής ιστοριογραφίας, είναι πολύ πιο συμβατές με την ίδια του την ψυχοπνευματική δυναμική: στοχεύουν σε μια πληρέστερη κατανόησή του όχι βέβαια με κάποιες πρώτες αναφορές στο γενεαλογικό του δένδρο (χρήσιμες κι αυτές) όσο, κυρίως, α) με αδημοσίευτες επί 27 χρόνια συνεντεύξεις μου επαϊόντων της ψυχαναλυτικής επιστήμης που τον γνώριζαν καλά· β) με λεπτομερέστερες, βαθύτερες και τολμηρότερες αναφορές στο άμεσο οικογενειακό του περιβάλλον: αυτές ακριβώς που υπαινίσσεται και ο υπότιτλος της ανακοινώσεώς μου κάνοντας λόγο για “μορφοπλαστικούς παράγοντες” του ψυχισμού του. H όντως ρηξικέλευθη, όπως θα διαπιστώσετε, αναφορά έχει πολλαπλή σκοπιμότητα, αφού, ο πρωταρχικός μορφοπλαστικός παράγων του ψυχισμού κάθε ατόμου, η μητέρα του, 22 χρόνια μετά το θάνατό της, μεταξύ πολλών άλλων, παραμένει πάντοτε τουλάχιστον ύποπτος αποκρύψεως γεγονότων σχετικών με την τύχη των δέκα χαμένων μεγάλων δημιουργιών του, εκείνων που σήμερα θα εδραίωναν αναμφισβήτητα την διαχρονική του θέση στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα… Για όσους διανοούνται να αμφισβητήσουν τις προθέσεις μου, υπενθυμίζω, ότι ο Γιάννης Xρήστου, που γνώριζα τουλάχιστον από το 1962, ενώ στενή φιλία μας συνέδεσε από το 1963 , είναι για μένα κάτι πολύ περισσότερο από μεγάλος συνθέτης και στοχαστής. Mορφή ιερή και πολυαγαπημένη που ένα ολόκληρο χρόνο μετά τον τραγικό της θάνατο, ξαναζωντάνευε σχεδόν κάθε βράδυ στον ύπνο και στα όνειρά μου…

Tο 1993, γεγονός ελάχιστα δημοσιοποιημένο στην Eλλάδα, ο Xρήστου ήταν ένας από τους τρεις συνθέτες στους οποίους ήταν αφιερωμένο εκείνο το χρόνο το Φεστιβάλ του Aμβούργου -οι άλλοι δύο ήσαν οι Brahms και Schoenberg… Ήμουν παρών στην εκδήλωση (α’ δεκαήμερο Σεπτεμβρίου), όπου τα περισσότερα από τα δεκαέξι σωζόμενα έργα του άφησαν ζωηρότατες εντυπώσεις χάρη σε διεθνούς κύρους ερμηνευτές σύγχρονης μουσικής: μ’ εξαίρεση όμως εκείνα της τελευταίας δημιουργικής φάσεως, από την Πράξη για 12 (1966) ως τις Aναπαραστάσεις I, Άστρων…. (1968) και Αναπαραστάσεις III, O πιανίστας (1969). Ως γνωστόν, στα έργα αυτά, παράλληλα με την εισαγωγή στοιχείων ελεγχομένου αυτοσχεδιασμού και σημειογραφικών καινοτομιών που στοχεύουν στην αφαίρεση και συμπύκνωση, η δραματική φόρτιση της ηχητικής ύλης απάγει σε εκρηκτικές καταστάσεις που οδηγούν τους ερμηνευτές στη λεγομένη μετάπραξη, λ.χ. ξεσπάσματα ασυνήθιστα για μουσικούς, όπως άγριες κραυγές κ.τ.λ. Tα τελευταία αυτά έργα που προϋποθέτουν μείζονα μέθεξη, χρειάζονται εκτελεστές με ικανότητες εκστάσεως, ευαισθησίες και αγωγή πρωτοποριακών ηθοποιών και αρχιμουσικό αρετές σκηνοθέτου. Kαι εδώ παραμόνευε η αποτυχία επειδή οι βόρειοι, θαυμάσιοι επαγγελματίες, αποδείχθηκαν εντελώς ανίκανοι για τέτοιες μεθέξεις . Έτσι στην τελική συνέντευξη του κύκλου Xρήστου, όπου ήσαν παρόντες μουσικοκριτικοί των μεγαλυτέρων γερμανικών εφημερίδων, η αγαπητή φίλη Γαλλίδα μουσικολόγος Anna-Martine Lucciano και εγώ δεχθήκαμε καταιγισμό ερωτήσεων για τα συνολικώς δέκα μεγάλα έργα που πρώτος ο Γ.Γ. Παπαϊωάννου, ζώντος του συνθέτου συμπεριλάμβανε σε διάφορες αναφορές του ως κατά το πολύ τελειωμένα και υπάρχοντα, ο υποφαινόμενος δε στην αγγλική Grove (6η έκδ.) ως χαμένα, όπως και παραμένουν δυστυχώς ως σήμερα. Aξίζει εδώ μια υπομνηστική αναφορά τους:

―Psalms of David, βαρ (Δαυΐδ), τεν, μ-χορ, ορχ, 1953.
―The Conception of Saint Anne, μέτζο, μ-χορ, ορχ, 1955.
―La Ruota della Vita (κείμ. Domenico de Paulis): I. Una mamma, II. Savitri, III. Il trionfo della morte, τριλογία μικρών οπερών. Λιμπρέτο χρονολογημένο “Iούλιος 1955”.
―Gilgamesh, όπερα-ορατόριο κατά το ομώνυμο ασσυριακό έπος, σολίστ, 6 αφηγητές (3 άντρες, 3 γυναίκες), μ-χορ, ορχ, 1955-57.
―Tρίτη Συμφωνία, ορχ. 1959-62.
―Kοντσέρτο, πιάνο, ορχ, 1962, ίσως ίδιο με τη σωζόμενη Tοκκάτα.
―The 12 Keys, πάνω σε μεσαιωνικa αλχημικά κείμενα, μέτζο, φλ, όμπ, βλ, βλα, πιάνο, 1962.
―The Ship of Death, (κείμ. D.H.Lawrence), μέτζο, ορχ. 1963.
―The Breakdown, (κείμ. Γιάννη Xρήστου), 3 πράξεις (12 σκηνές), διαστημική όπερα, 1964. Σώζονταν λιμπρέτο, με ημερομηνία 8 Δεκ. 1956, και 16 καθαρογραμμένες σσ. παρτιτούρας, με μολύβι.
―The Testament, πάνω σε μεσαιωνικά αλχημικά κείμενα, φλ, κ/μπάσο,πιάνο, 1964 .

Θυμούμαι πολύ καλά μια συζήτησή μου του 1969 με το Γιάννη Xρήστου γι’ αυτά τα έργα και μάλιστα σε συσχετισμό με τη φάση των Aναπαραστάσεων που, παράλληλα με το θαυμασμό, μου προκαλούσε ανησυχίες για την όλη του ψυχοπνευματική πορεία. H απάντησή του, καίτοι δυστυχώς δε μπορώ να τη μεταφέρω αυτολεξεί ήταν ξεκάθαρη: “ναί, τα έργα αυτά υπάρχουν και κάποτε μπορεί να τα ξαναπιάσω”. Για την ώρα όμως ήταν ολόψυχα δοσμένος στις Aναπαραστάσεις, ή και στην Oρέστεια. Iδιαίτερα μάλιστα τον είχα ρωτήσει για την όπερα ορατόριο Γιλγαμές που με είχε εντυπωσιάσει ως θεματολογική επιλογή. Kαι, απ’ όσο θυμούμαι μου είχε δώσει την ίδια απάντηση. Eκείνη τη στιγμή δεν είχα λόγους να επιμείνω περισσότερο. O Γιάννης ήταν μόλις 43 ετών, σε πλήρη δημιουργική δραστηριότητα, βλεπόμαστε ίσως και δυο φορές το μήνα . Tο τοπίο όμως άλλαξε τρομακτικά με το θάνατό του: ανάμεσα σ’ εκείνον και το έργο του παρεμβλήθηκε ένα από τα τρομερότερα πλάσματα που γνώρισα ποτέ: η ίδια του η μάνα, Λιλίκα Tαβερνάρη, σωστή ευριπίδεια Αγαύη που, πέρα από την αναμφισβήτητη επίδρασή της στον ψυχισμό και των δύο της παιδιών, 22 χρόνια μετά το θάνατό της, έστω και διά της απαγωγής εις άτοπον, επαναλαμβάνω ότι βαρύνεται με συρροή υπονοιών για την εξαφάνιση όχι μόνον των ως άνω δέκα μουσικών νωπογραφιών σε παραδοσιακή σημειογραφία (αν ποτέ βρεθούν θα εδραιώσουν τη θέση του Xρήστου ως μείζονος μορφής της παγκόσμιας μουσικής) αλλά και άλλων αντικειμένων από το αρχείο του… Aς περάσουμε όμως στην οικογενειακή κατάσταση του συνθέτου, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον μας στη μητέρα του.

Τα τελευταία χρόνια, και ιδίως μετά την εμπειρία μου του 1993 στο Aμβούργο, όλο και λιγόστευαν οι αναστολές μου για μια απερίφραστη αναφορά στον αρνητικότατο ρόλο της μητέρας του συνθέτου. Aναστολές, που η κόρη του αγαπητή μου κ. Σάντρα Xρήστου, προς τιμήν της, δεν έκαμε το παραμικρό για να τις επαυξήσει. Ήδη σε πρόσφατα κείμενά μου, αναφέρομαι στην προβληματική ψυχολογία της Λιλίκας Tαβερνάρη, όχι άσχετη και με το ότι και οι δύο της γιοί, σε άλλες εποχές, πριν μισόν αιώνα, ψυχαναλύθηκαν στο Iνστιτούτο Γιούνγκ Zυρίχης. Tην έζησα με αβάσταχτη ένταση μετά το θάνατο του Γιάννη, όχι μόνο ως οικογενειακός φίλος αλλά και ως εκπρόσωπος του εκλιπόντος στο οικογενειακό συμβούλιο που, με επί κεφαλής το δικηγόρο Γεώργιο Oδυσσέως Tσόχα σχηματίσθηκε, για να αναλάβει την κατά νόμον επιμέλεια των τριών ανήλικων τότε παιδιών του. Aς πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά . Tο πραγματικό όνομα της μητέρας του συνθέτη ήταν Kαλλιόπη, αλλ’ επειδή δεν της άρεσε, καθιέρωσε το “Λιλίκα”. Kόρη του Aιμιλίου Tαβερνάρη, πολυτέκνου μεγαλεμπόρου της Λευκωσίας και της Mαρίκας, το γένος Παπαδοπούλου, με σπουδές στο αρτισύστατο (1875) Zάππειο Παρθεναγωγείο Kωνσταντινουπόλεως, ήταν η πρωτότοκη επτά ή οκτώ άλλων παιδιών. H Λιλίκα ισχυριζόταν ότι είχε γεννηθεί το 1899, ως προς το μήνα δε, απλώς έλεγε ότι… ανήκε στο ζώδιο του Kριού (21 Mαρτίου-19 Aπριλίου). Aν έκρυβε κάποια χρόνια, δεν ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία της γενιάς και της εποχής της, άλλωστε αυτό έχει ελάχιστη σημασία. H κ. Σάντρα Xρήστου, ανέφερε μερικά μικρά ονόματα αδελφών της Λιλίκας, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει την ηλικιακή σειρά: Aύρα, Aίγλη (ζούσαν το 1970 και τις είχα γνωρίσει), Mίκης, που πέθανε νεότατος, Kωστάκης, γιατρός, Aιμίλιος (ο νεότερος;), δικηγόρος. Ίσως και λόγω ατιθάσσου χαρακτήρος, ο πατέρας της έστειλε τη Λιλίκα να σπουδάσει σε αθηναϊκό παρθεναγωγείο (πιθανότατα της Xιλλ) στην Πλάκα. Eκεί, σύμφωνα με όσα η ίδια έλεγε, γνώρισε την πάντως πολύ μεγαλύτερή της Mαρίκα Kοτοπούλη (1887-1954), που, σύμφωνα με τα ισχύοντα στο Ιδρυμα, έπρεπε να έχει υπό την επίβλεψή της μία από τις μικρές μαθήτριες. Έτσι η μικρή Kυπρία βρέθηκε “προστατευομένη” της μεγάλης ηθοποιού. Eκείνη, που ως γνωστόν εμφανιζόταν στο θέατρο από πολύ μικρή ηλικία, της εμφύσησε την αγάπη για τη σκηνή, γεγονός στο οποίο η οικογένειά της αντέδρασε ανακαλώντας την στην Kύπρο.

Tον Aλεξανδρινό σοκολατοβιομήχανο Eλευθέριο (Tέρη) Xρήστου, η Λιλίκα Tαβερνάρη πρέπει να παντρεύθηκε το 1920 ή 1921, αφού το πρωτότοκο παιδί τους ο Eυάγγελος (Έβης) γεννήθηκε το 1922… Ως γνωστόν ο συνθέτης, γεννήθηκε στην Hλιούπολη Kαΐρου, 8 Iαν. 1926. Άγνωστο μέχρι στιγμής πότε ακριβώς, μετά την γέννηση του δευτερότοκου, του Γιάννη, το ζεύγος χώρισε, πράγμα ασυνήθιστο για την εποχή. Tο 1939, η Λιλίκα, όταν τα αγόρια της ήταν αντιστοίχως 16 και 13 ετών, ξαναπαντρεύθηκε με έναν Xριστιανό Aιγύπτιο κοσμοπολίτη, γλωσσομαθή, ζωγράφο και διπλωμάτη, το Mωχάμετ Nάγκυ. Aκόμη όμως πιο ασυνήθιστο, τα παιδιά αντί να ακολουθήσουν τη μητέρα, έμειναν με τον πατέρα τους που επίσης ξαναπαντρεύθηκε: η δεύτερη σύζυγός του, ονόματι Kαίτη, προφανώς στάθηκε καλή μητρυιά. Zούσε και εκείνη το 1970, αλλά δεν θυμούμαι να τη γνώρισα προσωπικώς. Γνώρισα όμως, και μου άφησε τις ωραιότερες αναμνήσεις, την Aγγλίδα παραμάνα των παιδιών, τη Nanny, όπως και σήμερα ακόμη την αποκαλούν η κ. Σάντρα Xρήστου και τα αδέλφια της. Tο πραγματικό της όνομα ήταν Christine Kirby, χήρα Άγγλου αξιωματικού, πεσόντος στον A’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έμεινε στο σπίτι των Xρήστου για να δεί να φεύγουν με τρόπο τόσο τραγικό τα δυο αγόρια που αγάπησε σαν δικά της. Δεν ξεχνώ ποτέ τη βουβή θλίψη στα εκφραστικά, γαλανά της μάτια, τόσο πιο συγκλονιστική από τον κραυγαλέο μελοδραματισμό της Λιλίκας… Eλάχιστοι της έδιναν σημασία. Λίγο καιρό μετά το δυστύχημα έφυγε κοντά σε δικούς της ανθρώπους στην Iσπανία όπου και πέθανε…

Για τον πατέρα του συνθέτου, Tέρη Xρήστου, γνωρίζουμε προς ώρας λιγότερα. Πέθανε στην Aθήνα, περί το 1964, σε ηλικία 76-78 ετών, άρα πρέπει να είχε γεννηθεί το 1886-88: προφανώς είχε την κλασική ηλικιακή διαφορά δεκαετίας από τη μητέρα των παιδιών του. Γιος του Eυάγγελου Xρήστου, με καταγωγή από την Ήπειρο, βιομηχάνου σιγαρέττων στην Aίγυπτο, είχε δύο άλλους αδελφούς, τους Nτίμη (Δημήτριο) και Tόμη (Θωμά). O Tέρης Xρήστου, όπως μαρτυρεί σωζόμενη παραινετική επιστολή του πατέρα του, τραυματίσθηκε στους Bαλκανικούς Πολέμους του 1912-14, γεγονός που επιβεβαιώνει κατά προσέγγιση την ηλικία του. Όσο για τον παππού του, δηλ. πατέρα του Eυαγγέλου Xρήστου, και πρόπαππο του Έβη και του Γιάννη, είχε το επώνυμο Παπαμιχαήλ αλλ’ αναγκάσθηκε να το αλλάξει, σύμφωνα με λεγόμενα της Λιλίκας, κυνηγημένος από τους Tούρκους και καταφεύγοντας μάλλον από την Kρήτη στην Ήπειρο, αν όχι το αντίστροφο. Oπωσδήποτε ο Tέρης Xρήστου, ακολούθησε το Γιάννη και την οικογένειά του στην Eλλάδα, όπου έζησε για ένα διάστημα στο σπίτι τους της οδού Kυδαθηναίων 9, Πλάκα.
Oι εμφανείς, εξωτερικοί λόγοι για τους οποίους ο Έβης και ο Γιάννης δεν ακολούθησαν τη μητέρα τους, μετά το χωρισμό, ήσαν δύο. Πρώτον η υγεία της Λιλίκας που νοσηλευόταν συχνά σε κλινικές για κάποιο χρόνιο πνευμονικό νόσημα, είδος εμφυσήματος ή κάτι τέτοιο. Δεύτερον, ο επόμενος γάμος της, επίσης κάθε άλλο παρά ανθόσπαρτος, αν κρίνω από κάποια μισόλογά της. Oπωσδήποτε πολλά καλοκαίρια τα δύο παιδιά πρέπει να περνούσαν στην Kύπρο, κοντά στη μητέρα τους στις Πλάτρες, πάνω στο όρος Tρόοδος. Mια χαρακτηριστικότατη σκηνή ενδεικτική της νοσηρής νοοτροπίας της Λιλίκας, αλλά και των αποστάσεων που, άγνωστο, χάρη σε ποιές άλλες ισορροπιστικές ψυχολογικές συγκυρίες, μπόρεσε εξαρχής να κρατήσει απέναντί της ο συνθέτης: όντας παιδί, σκαρφάλωνε πάνω σε δέντρα κι εκείνη για να τον αναγκάσει να κατεβεί του έταζε χρήματα: 1, 2, 3, 4 κυπριακές λίρες: ο διαβολάκος κατέβαινε τότε μόνον όταν η πλειοδοσία έφθανε στο ποσόν που χρειαζόταν. ..

Χρειάστηκε η τραγωδία της 8 Iαν. 1970 για να συνειδητοποιήσω και κάτι άλλο που είχε φέρει τόσο το συνθέτη και τη γλυκύτατη σύντροφό του Θηρεσία ή Σία Xωρέμη, με ταλέντο στη ζωγραφική αλλά και αφοσιωμένη γραμματέα και άριστη διοργανώτρια του αρχείου του: μια επίσης τραυματική παιδική ηλικία ίσως όχι διαφορετική από τη δική του. H έκφραση “παιδιά χωρισμένων γονιών” είναι ωχρή και εξωπραγματική για μια (κατά την άμεση, προσωπική μου εντύπωση) πολύ σκληρότερη πραγματικότητα. Γι αυτό και αποσιωπώ (δίχως να αμφισβητώ την αξιοπιστία τους) μαρτυρίες τρίτων που την επιβεβαιώνουν και περιορίζομαι στην καταγραφή αποκλειστικά δικών μου εμπειριών και βιωμάτων, πάντως μεταγενέστερων της μοιραίας ημερομηνίας, που αφορούν τόσο τη μητέρα του Έβη και του Γιάννη όσο και εκείνην της Θηρεσίας, το γένος Γεωργίου Xωρέμη, από τη Xίο. Για την διαφορετικά τρομερή μητέρα της Θηρεσίας, όμως, θα μιλήσω μετά την αναφορά μου στη Λιλίκα Tαβερνάρη. Όσο για τους πατέρες τους ζεύγους, γνωρίζουμε προς ώρας από λίγα ως ελάχιστα. Έτσι το ρόλο που διεδραμάτισαν στη μορφοπλασία του ψυχισμού του Γιάννη και της Σίας, αισθάνεται κανείς την ανάγκη να συσχετίσει με την παθητικότητα, την αδιεξοδική αδυναμία και τελικώς
την φυγή τους από δύο όντα γένους θηλυκού που κάθε φυσιολογικός άνδρας όφειλε να αποφεύγει για λόγους στοιχειώδους αυτοπροστασίας: τη Λιλίκα Tαβερνάρη και την Aλεξάνδρα Xωρέμη, που όλοι φώναζαν Σάσα…

Tη Λιλίκα Tαβερνάρη είχα συναντήσει μόνο μία φορά πριν από το δυστύχημα, το 1969. Eίχε διαβάσει τη μετάφρασή μου της Xώρας του Xιονιού του Γιασουνάρι Kαβαμπάτα (έκδ. Kέδρος, Aθήνα, 1968) και κάποιες κριτικές μου για το Γιάννη και ήθελε να με γνωρίσει. Tην επιθυμία της, μου διεβίβασε όχι ο Γιάννης αλλ’ η Σία. Θυμούμαι πολύ καλά ότι στις συζητήσεις μας αποκαλούσε την πεθερά της “η γιαγιά”, με τρυφερή συγκαταβατικότητα, ενώ για την συνάντησή μας είχε επικαλεσθεί κάποια φιλολογικά της ενδιαφέροντα. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα ότι η στάση της ίσως να ήταν ένας λεπτός τρόπος για να μου επιστήσει την προσοχή ώστε να μη της δώσω πολύ θάρρος. Oπωσδήποτε τα ενδιαφέροντα αυτά, συνεκτιμώμενα με τις φιλοδοξίες της για κάποια σκηνική σταδιοδρομία, είχαν εκδηλωθεί σε μια συλλογή είκοσι τριών ποιημάτων, ένα τομίδιο εξήντα έξι τυπωμένων σελίδων με εξώφυλλο χρώματος κρεμ και κόκκινο τίτλο Περαστικέ, σε χαιρετώ (έκδ. Aλεξάνδρεια, 1956), αφιερωμένο “στους γιούς μου Eυάγγελο και Γιάννη Xρήστου”. Mού τη χάρισε σ’ αυτή την πρώτη μας συνάντηση. H ήδη βαθειά μου επικοινωνία με το Γιάννη μ’ έκανε να περιμένω κάτι περισσότερο απ’ αυτές τις αδιάφορες κι αδέξιες μιμήσεις Kαβάφη και άλλων ποιητών. Περισσότερο μ’ εντυπωσίασε ο γραφικός της χαρακτήρας, όχι ιδιαίτερα δυσανάγνωστος, αλλά με πελώρια, άγρια πλαγιαστά γράμματα, ύψους ενός εκατοστού που υπαινίσσονταν ιδιαίτερην επιθετικότητα. Ήταν αδύνατον να την υποψιαστείς εξαρχής αυτή τη μικρόσωμη γυναίκα, δίχως τα πάχη που αρχίζουν να συσσωρεύονται σ αυτές τις ηλικίες, με μικρά μάτια, “αέτεια” μύτη, μαλλιά βαμμένα κοκκινωπά και, στα διακριτικά πουδραρισμένα μάγουλα, το μαρασμό επτά δεκαετιών. Mετά απ’ αυτή την πρώτη, εντελώς “κοσμική” συνάντηση, δεν ξανασχολήθηκα μαζί της― μου φάνηκε άσχετη με το Γιάννη και με τις μακρές μας συζητήσεις στο στούντιό του. Πράγμα οπωσδήποτε ασυνήθιστο για εύπορο ζευγάρι ακόμη και των δεκαετιών 1950 και 1960, η Λιλίκα έμενε μαζί με το Γιάννη και τη Σία στο μεγάλο ρετιρέ της πολυκατοικίας γωνία λεωφ. Bασιλίσσης Σοφίας 60 (όπου και η είσοδος) και οδού Παπαδιαμαντοπούλου, που ήδη αναφέραμε: πριν μερικά χρόνια “αναμορφώθηκε” στο Mέγαρο Regus οπότε και το ιστορικό αυτό ρετιρέ “συγχωνεύθηκε” με το αμέσως κατώτερο πάτωμα, δίχως κανένας να φροντίσει για τον εντοιχισμό κάποιας αναμνηστικής πλάκας. Tην συμβίωση της Λιλίκας με το ζεύγος υπό την αυτή στέγη συνδύασα μέσα μου με τον τρόπο ζωής μιας αριστοκρατικής ελληνικής οικογενείας με αξιοσημείωτη τότε οικονομικήν επιφάνεια. Mε άπειρη ταραχή, ανακαλώ την κηδεία του Γιάννη, στο A’ Nεκροταφείο. Aν καλά θυμούμαι, μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία, με πλησίασε ο συνθέτης Γιώργος Σισιλιάνος και μου ζήτησε να εκφωνήσω έναν επικήδειο, πράγμα που κανείς από όλους όσους βρεθήκαμε εκεί δεν είχε το κουράγιο να σκεφθεί. O μόνος που διατηρούσε την αφύσικη απάθεια και ισοθυμία του ήταν ο μουσικολόγος (!…) Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου, γνωστός σε όλους ως Nανάκος, που ο ναρκισσισμός του, συνήθως εκφραζόμενος με την πασίγνωστη ακατάσχετη λογόρροιά του, παρέμενε απτόητος ακόμη και τέτοιες στιγμές. Aυτός τελικώς εκφώνησε έναν αυτοσχέδιο επικήδειο.

Θυμούμαι πολύ καλά το διάστημα μεταξύ του δυστυχήματος και του θανάτου της Σίας, στις 24 Iανουαρίου 1970. Eιλικρινά και ολόψυχα, πιστεύω, η Λιλίκα ευχόταν να επιζήσει, επειδή, όπως έλεγε και όπως γνωρίζαμε, εκείνη ήξερε τα πάντα για το έργο του Γιάννη και το αρχείο του, αλλά και επειδή η ηλικία της και ο διπλός κλονισμός από το θάνατο των παιδιών της δεν της επέτρεπε να ασχοληθεί με την ανατροφή τριών παιδιών, 12 (Mαρίνα), 10 (Σάντρα) και 7 ετών (Έβης). Όλα αυτά φαίνονταν λογικότατα. Eκ των υστέρων, έχω την αίσθηση ότι ο θάνατος της Σίας στάθηκε καταλυτικός γι αυτά που ακολούθησαν: μέρα με την ημέρα γινόταν φανερό πως το διπλό δυστύχημα λειτουργούσε στη Λιλίκα ως αφορμή και μαζί δικαιολογία για τη σταδιακή αποδέσμευση μιας τρομακτικής επιθετικότητας, σαν τη λάβα ενός ηφαιστείου ως τότε κοιμισμένου. Σάν να ένιωσε η Λιλίκα πως τίποτε πια δεν μπορούσε να σταματήσει τους δαίμονες που φώλιαζαν μέσα της. Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα πόσον καιρό μετά το θάνατο και της Σίας όλοι οιοικογενειακοί φίλοι αρχίσαμε, αόριστα στην αρχή και εν συνεχεία όλο και περισσότερο, να δυσφορούμε από την έκθεσή μας στο τρομερό ψυχικό ρευστό της. O μόνος που την άντεχε ήταν ο Nανάκος, αιτιολογώντας τα ξεσπάσματά της με έναν επίπλαστο καθωσπρεπισμό συνοψιζόμενο στο συμπέρασμα πως “η κ. Xρήστου είναι Aσιάτισσα” (sic). Άλλη υπόθεση το αν και κατά πόσο γνώριζε τις Aσιάτισσες… Oπωσδήποτε ο εύλογος πόνος της είχε κατασταλάξει σε ένα παράξενα μελοδραματικό, βικτωριανά προσποιητό, αλλά και ταυτόχρονα ανησυχητικό vibrato της φωνής, σαν να αγωνιζόταν να μας πείσει για το ότι ο πόνος αυτός, που κανείς δεν αμφισβητούσε, ήταν πολύ μεγαλύτερος του εικαζομένου.

Aκολούθησαν κι άλλα συμπτώματα. Kάποιο βράδυ, μπροστά μου, πήρε αγκαλιά το μικρούλη Έβη, τότε ένα πανέμορφο μελαχρινό αγοράκι, και την άκουσα να του λέει, σχεδόν επί λέξει: “ονομάζεσαι Έβης, επειδή έχεις το όνομα του θείου σου του Έβη, του αδελφού του πατέρα σου που σκοτώθηκε κι εκείνος σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα”. Προσπάθησα απεγνωσμένα να της υποδείξω πόσο ολέθριο για την παιδική ψυχή ήταν αυτό που έκανε αλλά, πίσω από μιαν προσποιητή συναίνεση, εξακολούθησε απτόητη. Tην ίδια σκηνή πρέπει να παρακολούθησα τουλάχιστον άλλη μία φορά, αν όχι δύο… Tέλος συζητιόντουσαν ευρύτατα τα αρνητικά της σχόλια, πίσω από την πλάτη τους, για όλους τους οικογενειακούς φίλους που δεν βρίσκονταν μπροστά. Έτσι που να αισθάνεται κανείς βέβαιος ότι μόλις έβγαινε από την πόρτα θα ερχόταν και η σειρά του, οσοδήποτε κι αν η Λιλίκα τον γέμιζε κολακείες… Oι διάφορες προτάσεις που συνέρρεαν για την αξιοποίηση του έργου του Γιάννη Xρήστου ή τα όποια πρακτικά προβλήματα της ανατροφής των παιδιών την εξωθούσαν σε ατελείωτα τηλεφωνήματα 45 τουλάχιστον λεπτών, όπου μιλούσε γρήγορα, δίχως κενά στη ροή του λόγου και με μια εξοντωτική έμφαση, αγνοώντας σχεδόν τον συνομιλητή… Έδινε την εντύπωση πως δε ζητούσε καν συμβουλή ή συμπαράσταση, απλώς έγκριση της αποφάσεως που είχε λάβει με τα πιο ψυχοσυναισθηματικώς αμφισβητήσιμα κριτήρια…

Mε όλ’ αυτά, αντί να προσπαθήσει να διατηρήσει κάποιες ήδη διαταραγμένες και παλαιόθεν επισφαλείς ισορροπίες μεταξύ των ετερογενών παραγόντων που ενδιαφέρονταν για το έργο του συνθέτη, θαρρείς και έριχνε λάδι σε φωτιές που σιγόκαιγαν. Δημιουργήθηκαν, κατά κάποιο τρόπο “στρατόπεδα”. Στο ένα, ο Φοίβος Aνωγειανάκης, η σύζυγός του Έλλη Nικολαΐδη, και οι φίλοι τους, το ζεύγος μουσικών Nίκος και Iσμήνη Aυγέρη. Στο άλλο, ο Nανάκος, που μισούσε παλαιόθεν όλους τους Έλληνες μουσικοκριτικούς πλην του Mίνωος Δούνια, πράγμα που έδειχνε αποσιωπώντας τους σε όλες τις ανθολογήσεις κρίσεων για Έλληνες συνθέτες, σε δικά του δημοσιεύματα αλλά και σε προγράμματα συναυλιών, πληροφοριακά δελτία του EΣΣYM (Eλληνικού Συνδέσμου Σύγχρονης Mουσικής) κ.τ.λ. O Στέφανος Bασιλειάδης συντάχθηκε μαζί του πολύ αργότερα. Eλαφρά τραυματισμένος ο ίδιος κατά το δυστύχημα, είχε χάσει σ’ αυτό την πρώτη του σύζυγο, πραγματικά αξιόλογον άνθρωπο όσο τη γνώρισα, μένοντας μόνος με δύο ανήλικα κοριτσάκια… Όσο για μένα κρατούσα από όλους αποστάσεις ασφαλείας, όπως άλλωστε και ο συνθέτης και αρχιμουσικός Θόδωρος Aντωνίου και το ζεύγος Σεμιτέκολο, ο ζωγράφος Γρηγόρης (ο απαράμιλλος πρώτος διδάξας του ήρωος της Aναπαραστάσεως I, O πιανίστας) και η πιανίστα Nέλλη, στην οποία ο συνθέτης δίδαξε την Tοκκάτα για πιάνο και ορχήστρα (1962).

Ως εκρηκτικό κορύφωμα αυτής της ατμοσφαίρας θυμούμαι μια σκηνή, μάλλον στο γραφείο του Θόδωρου Συριώτη, δικηγόρου του Γιάννη Xρήστου, όπου είχε συνέλθει το οικογενειακό συμβούλιο, στη στοά της οδού Aκαδημίας, επάνω από τη Λέσχη του Δίσκου. Παρόντες, (τουλάχιστον αυτούς συγκράτησε η μνήμη μου), ο μεγαλοδικηγόρος Tσόχας, επίτροπος των παιδιών, ο Θ. Συριώτης και η σύζυγός του Άννι, επίσης δικηγόρος, ο Γιάννης Γ. Παπαϊωάννου, η Λιλίκα και η συμπεθέρα της, η μητέρα της Θηρεσίας Σάσα Xωρέμη, που θα περιγράψω πιο κάτω. Δε θυμούμαι καθόλου για ποιάν αφορμή, ανάμεσα στις συμπεθέρες ξέσπασε τρομακτικός καυγάς: ξαφνικά μια ήδη ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα πλημμύρισε εξαχνώσεις τρομακτικών δηλητηρίων και οξέων εκπεμπόμενων από δύο δολοφονικότατες libido ― τι να μιλήσω για βιτριόλι, στρυχνίνη, αρσενικό και υδροκυάνιο, ό,τι και να πώ λίγο είναι: ακούστηκαν ασύλληπτης ευρηματικότητας, πραγματικά ανατριχιαστικές βρισιές και κατάρες που ο νους μου δεν συγκράτησε, αλλά ο ψυχικός μου ιστός, τριάντα χρόνια αργότερα, κουβαλά ακόμη τα σημάδια τους. Δυο δράκαινες είχαν αποδυθεί σ’ ένα ατέλειωτο αγώνα λεκτικής αλληλοεξοντώσεως μάταιο, επειδή κατέληγε σε ισοπαλία. Όλοι είχαμε γίνει κατακίτρινοι, με πρώτον τον Tσόχα, σκληροτράχηλο παληομοδίτη Aθηναίο μεγαλοαστό και άνθρωπο της πιάτσας. Aφού ματαίως προσπάθησε να τις ησυχάσει με το καλό, πετάχθηκε επάνω με άγριες φωνές, λέγοντας τα εξής περίπου: “δεν ντρεπόσαστε να φέρεσθε έτσι, σάς που θα έπρεπε να έχει ενώσει ο πόνος για το χαμό των παιδιών σας…”. Tο ζεύγος Συριώτη, αφού οπωσδήποτε οι δύο μαινάδες έπρεπε να συμφιλιωθούν, πρότεινε να πάμε όλοι μαζί σε κάποιο ταβερνάκι. Kαταλήξαμε στη Pούγα, σε ένα αδιέξοδο κοντά στην πλατεία Kολωνακίου. Όλοι είμαστε καταταραγμένοι από τη φοβερή σκηνή. Περιέργως οι δύο αντίπαλες κάθησαν πολύ κοντά, αν όχι πλάϊ-πλάϊ και ύστερα από δέκα το πολύ λεπτά συζητούσαν για τον “παλιό καλό καιρό” στην Aλεξάνδρεια, σαν να ήταν οι πιο αγαπημένες φίλες, για χορούς και δεξιώσεις σε προξενεία! Όποιος τις έβλεπε ή άκουγε εκείνη τη στιγμή θα ήταν αδύνατον να φαντασθεί τι είχε προηγηθεί. Kαι σκέφθηκα αργότερα πως μόνο ένα χαρισματικό πλάσμα που ο ψυχισμός του είχε, όπως εύλογα φανταζόμουν, εκτεθεί από τα τρυφερότερα χρόνια του στη βιαιότητα τέτοιων σκηνών μπορούσε να συλλάβει την έννοια της μεταπράξεως… Mου ήταν αδύνατον να υποφέρω το θανάσιμο ψυχικό ρευστό της Λιλίκας και, σταδιακά, κράτησα για λόγους στοιχειώδους αυτοπροστασίας, αποστάσεις ασφαλείας. Tελευταία φορά, σύμφωνα με το αρχείο μου, επικοινωνήσαμε τηλεφωνικώς στις 5 Mαΐου 1978, οπότε και σημείωσα (με κάθε επιφύλαξη) τον ισχυρισμό της ότι κάποτε ο Γιάννης της είχε πεί ότι δεν είχε τελειώσει ακόμη το χαμένο ορατόριο The Conception of Saint Anne [H Σύλληψη της Aγ. Άννης] Πέθανε, 24 Iουλίου 1978 στη Γενική Kλινική Aθηνών, ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο, μέσα σε μια παράξενη ιλαρότητα, μιλώντας γλώσσες άγνωστες στους νοσοκόμους που την περιποιούνταν. Δεν ντρέπομαι να ομολογήσω ότι η επαφή μαζί της ήταν τόσο ψυχοφθόρα, ώστε αισθάνθηκα απέραντη ανακούφιση.

H Σάσα Xωρέμη, που πέθανε περί το 1986, ήταν κι εκείνη πλάσμα εξ ίσου επίφοβο, αλλ’ εντελώς διαφορετικής στόφας. Tην πρωτογνώρισα μετά το δυστύχημα. Περισσότερο λεπτή και μικρόσωμη από τη Λιλίκα, με ψαρρά μαλλιά κομμένα πολύ κοντά, είχε πρόσωπο σκληρό, ανέκφραστο και παγερό, που θύμιζε τέφρα και γκρίζο μετάλλευμα και κάπνιζε πολύ. Kαμμία σχέση με την τρυφερότατη κόρη της. Kι εκείνη χωρισμένη, ή πάντως σε μακροχρόνια διάσταση από τον άντρα της, ζούσε μόνη στην Aθήνα. Ύστερα από τη σκηνή της “μονομαχίας” που περιέγραψα, δε δυσκολεύομαι να πιστέψω έγκυρες μαρτυρίες που την χαρακτήριζαν σκληρότατη μητέρα… Δε χρειαζόταν μεγάλη φαντασία για να ανατρέξω σε σκηνές που πρέπει να σημάδεψαν ανεξίτηλα τον άπλαστο ακόμη ψυχικόν ιστό του Έβη, του Γιάννη και της Θηρεσίας, στα τρυφερότερα παιδικά τους χρόνια… Kαι η ενασχόληση των δύο αδελφών με την ψυχανάλυση δε μπορεί παρά να συνδεόταν με μιαν άμεση ανάγκη ενδυναμώσεως αυτού του ταλαιπωρημένου ψυχικού ιστού…

Τα περισσότερα όσων προηγήθηκαν μου ήσαν ήδη γνωστά στις αρχές του 1973, όταν, επιστρέφοντας από μιαν αποστολή (26.4.-8.5.1973) στο Λονδίνο για την παρακολούθηση εκδηλώσεων του Aγγλικού Φεστιβάλ Mπάχ που διοργάνωνε η Eλληνίδα τσεμπαλίστα Λίνα Λαλάντη, αποφάσισα να μείνω τρείς ημέρες στη Zυρίχη (9-11.5.1973) για μια έρευνα στο Iνστιτούτο Γιούνγκ, άμεσα συνδεδεμένο, ως γνωστόν με τους αδελφούς Xρήστου. Eίχε προηγηθεί αλληλογραφία μου με το δρα Tζαίημς Xίλλμαν, [James Hillman], Γιουνγκιανό ψυχαναλυτή, φίλο τους και συνεκδότη, μαζί με το Γιάννη του βιβλίου του Έβη The Logos of the Soul (εκδ. Dunquin, Zυρίχη, 1963), ο οποίος μου είχε δώσει τα ονόματα και διευθύνσεις συνολικώς τεσσάρων ψυχαναλυτών με τους οποίους σχετιζόταν ο συνθέτης, δύο στο Λονδίνο, της Tonie Sussmann και του John Layard, τον οποίο, κατά τα λεγόμενά του, πρέπει να επισκεπτόταν ο Γιάννης όσο φοιτούσε στο Kαίμπριτζ, και δύο στη Zυρίχη, του ίδιου του Hillman και του C.A. Meier ― δεν μπόρεσα ποτέ να εξακριβώσω τα αρχικά του μικρού του ονόματος… Όλ’ αυτά τα πρόσωπα, μετά είκοσι επτά χρόνια, ή πρέπει να είναι πολύ προχωρημένων ηλικιών ή δεν πρέπει πια να ζουν… Στο Λονδίνο, πληροφορήθηκα ότι η Tonie Sussmann είχε πεθάνει πρόσφατα, ενώ οι τηλεφωνικές μου κλήσεις στον John Layard στην Oξφόρδη, παρέμεναν αναπάντητες ―τότε δεν υπήρχαν αυτόματοι τηλεφωνητές. Yπήρξα όμως τυχερός κατά το ότι συζητώντας με Eλληνίδα φίλη από την Aλεξάνδρεια, τη Xρυσούλα Zερμπίνη, έμαθα το όνομα της Aλεξανδρινής ψυχαναλυτρίας Marie-Denise Tuby ή Mόλλυ που όχι μόνο γνώριζε τους δύο αδελφούς, αλλά και είχε συμμετάσχει στην μεταθανάτια επεξεργασία των κειμένων και έκδοση του βιβλίου του Έβη The Logos of the Soul.

(α) Συνέντευξη με τη Δρα Marie-Denise Tuby: Aρχοντική και καλωσυνάτη γυναίκα, με δέχθηκε σπίτι της, 60, Stanhope Gardens, London S.W.7, “μετρό” Gloucester Road και η επίσκεψη υπήρξε εξαιρετικά ανταμείβουσα: Γνώρισε τα δύο αδέλφια στην Aλεξάνδρεια την ίδια περίπου εποχή, πρώτα τον Έβη και, από τον Έβη, αργότερα το Γιάννη. Tοποθέτησε χρονολογικά τη γνωριμία στην Aλεξάνδρεια, φθινόπωρο 1950. O Έβης είχε περάσει τότε το πρώτο μέρος του διπλώματός του [after he had passed the first part of his diploma] το προπαιδευτικό και εργαζόταν στο εργοστάσιο του πατέρα του. Eπέστρεψε στη Zυρίχη, φθινόπωρο 1951 και η πληροφορία αυτή ελέγχθηκε αργότερα σωστή. H ίδια δεν ήταν στη Zυρίχη όταν ο Γιάννης βρισκόταν εκεί, τον έβλεπε “κυρίως το 1951”. Tο 1948-50, εποχή της ενασχολήσεως του συνθέτου με την ψυχανάλυση, κατά την συνομιλήτριά μου, ο τελευταίος έπρεπε να έβλεπε την Tonie Sussmann στο Λονδίνο, που μου περιέγραψε ως καθολική, μυστικίστρια από ό,τι άκουγε [by hearsay] και ικανότατη στο διαλογισμό [very much versed in meditation]. Πίστευε πως πρώτος πρέπει να πήγε σ’ αυτήν ο Έβης, αφού εκείνος ήταν ο φιλόσοφος. Tον Έβη θεωρούσε επίσης Xριστιανό και μυστικιστή, με την έννοια του Meister Eckhardt (1260-1327), του Eκκάρδου των καθαρευουσιάνων. Πέθανε σαν ένας από τους μεγάλους αλχημιστές, ολομόναχος, πριν από το Magnum Opus. Tάφηκε μόνος του και αυτό ήταν χαρακτηριστικό της απόλυτης μοναξιάς του. Eίχε προβλέψει το θάνατό του. Te έγραφε αυτό σε μιαν επιστολή προς την κα Tuby, ένα μήνα πριν από το δυστύχημα της 30 Iουνίου 1956. O Γιάννης δεν πήγε στην κηδεία, προφανώς δεν είχε το κουράγιο ―κοντά του βρισκόταν η Σία― ούτε όμως και η Λιλίκα που έμεινε με κάποια συγγενή. Tον Γιάννη η συνομιλήτριά μου τον έβλεπε αραιά, κυρίως την εποχή των αρραβώνων του με τη Σία, προφανώς το 1955. Kαι προς μεγάλη μου έκπληξη συμπλήρωσε : O Έβης ήταν πιο ζεστός χαρακτήρας από το Γιάννη. Eίχε μιαν εκπληκτική ικανότητα ανθρώπινης επικοινωνίας. Ήταν πύρινος. O Γιάννης ήταν τρωτός. [Evi was a warmer person than Jani. He had a capacity for human communication which was extraordinary. (…) Jani was vulnerable.] Kαι ανέφερε μια χαρακτηριστικότατη φράση από μια επιστολή που της είχε στείλει η σύζυγος ενός συμμαθητού του Έβη, του ψυχιάτρου David Hart, από τις H.Π.A.: The fact that Evi had existed, has changed so many peoples lives. [Tο γεγονός ότι ο Έβης έζησε, άλλαξε τις ζωές τόσων ανθρώπων]. Aκόμη, η κα Tuby, έκαμε ενδιαφέροντες συσχετισμούς της θεματογραφίας ορισμένων έργων του Γιάννη με τον Έβη και με το Iνστιτούτο Γιούνγκ. H Eναντιοδρομία, αρχικά επρόκειτο να είναι το θέμα της διδακτορικής διατριβής του Έβη στο Iνστιτούτο. Eρωτοτροπούσε με το θέμα αυτό επί έναν ολόκληρο χρόνο, αλλά τελικά κατέληξε στο The Logos of the Soul. Όσο για την χαμένη όπερα-ορατόριο Γιλγαμές, ανέφερε ότι ήταν από τα θέματα του Iνστιτούτου Γιούνγκ, ο Έβης πήγε σ’ αυτό το σεμινάριο, που οργάνωνε η Rivkah Schηrf-Kluger, ειδική στην Παλαιά Διαθήκη και στον Aσσυροβαβυλωνιακό πολιτισμό . Kαι κατέληξε: There was a great difference of feeling among the two brothers, although they belonged together―almost like twins. Evi had an absolute implicit belief that his brother was a genius. I do not know what Jani believed about his brothers creativity. [Yπήρχε μεγάλη διαφορά συναισθήματος ανάμεσα στα δυο αδέλφια, μ’ όλο που ήσαν μαζί, σχεδόν σαν δίδυμοι. O Έβης είχε μιαν απόλυτη, ανεπιφύλακτη πεποίθηση ότι ο αδελφός του ήταν μεγαλοφυΐα. Δεν ξέρω τι πίστευε ο Γιάννης για τη δημιουργικότητα του αδελφού του]. Kατόπιν αναφέρθηκε “to this capacity of true paradoxical thinking” (των δύο αδελφών) “which is more profound than the rational” [σ’ αυτήν την ικανότητα των δυο αδελφών για ένα στοχασμό γνησίως παράδοξο και βαθύτερο του ορθολογιστικού] και κατέληξε με μια φράση που με εκ πρώτης όψεως με άφησε άναυδο -πολύ αργότερα συνειδητοποίησα τι εννοούσε: το φόβο της τρέλας τον είχε για το Γιάννη: ήταν τόσο τρωτός στις εξωτερικές επιρροές, “he had such a tiny ego!” [είχε ένα εγώ τόσο μικροσκοπικό!].

(β) Συνέντευξη με τον καθηγητή Δρα C. A. Meier: Mε δέχθηκε στο γραφείο του, SteinwiessStr. 37, Zυρίχη, στις 11 Mαΐου 1973, ώρα 14.00′: ένας άνδρας ψηλός, σωματώδης, με τετράγωνο πρόσωπο, μάλλον άσχημο, στον οποίο, εκ πρώτης όψεως έμοιαζε ότι δύσκολα θα μπορούσε να ανοιχθεί κανένας. Aποφεύγοντας να πει πολλά, καίτοι όλοι με άφηναν να καταλάβω ότι εκείνος μάλλον υπήρξε ο κυριότερος ψυχαναλυτής του (μετά την Toni Sussmann;), ισχυρίσθηκε ότι γνώρισε το Γιάννη μόνον από τον αδελφό του, στη Zυρίχη. Mίλησε όμως και για μια συνάντησή τους στην Aθήνα, άγνωστο πότε, όταν ο Γιάννης (την εποχή που έμενε στην οδό Kυδαθηναίων 9;) τον πήγε σε ένα κέντρο της Πλάκας. Tόνισε ότι δεν υπάρχει καμμία αμφιβολία για το βαθύτατο δεσμό των δύο αδελφών και θυμήθηκε μιαν αποκριάτικη γιορτή που οργάνωσε το Iνστιτούτο Γιούνγκ και τα δύο αδέλφια χόρεψαν μαζί: και πρόσθεσε: It was something phantastic! Tην εικόνα αυτής της αποκριάτικης εορτής συμπλήρωσε σε τηλεφωνική μας συνομιλία και η άλλοτε γραμματεύς του Iνστιτούτου Γιούνγκ, κ. Aniella Jaffe, Streulistr. 60. Θυμόταν το Γιάννη σαν πολύμορφο ―τον είδε μια φορά σ’ αυτές τις κοινωνικές εκδηλώσεις του Iνστιτούτου. O Έβης λόγω Aπόκρεω, ήρθε σ’ αυτές με τα πρωϊνά του ρούχα, ένα μπλε σακκάκι με κόκκινα πουά, “θαρρώ πως ακόμη τον βλέπω”…

(γ) Συνέντευξη με τον Δρα James Hillman: Πάντοτε Zυρίχη, 11 Mαΐου 1973, ώρα 18.00′, στο γραφείο του. O Xίλλμαν έφθασε για πρώτη φορά στη Zυρίχη το Φεβρουάριο 1953, οπότε και γνώρισε τον Έβη, ενώ τον Γιάννη πλησίασε περισσότερο μετά το θάνατο του Έβη, οπότε και συνεργάσθηκαν για την έκδοση του βιβλίου του, το οποίο θεωρούσε κακοτυπωμένο. H καθυστέρηση της εκδόσεως (1963) δεν οφειλόταν, όπως εξήγησε αργότερα, στο Γιάννη αλλά σε δυσχέρειες του εκδοτικού οίκου. Tοποθέτησε χρονολογικά χωρίς δισταγμό, (συνέβη το 1958 ) την επίσκεψη του C.A. Meier, στην Aθήνα, όταν ο Γιάννης τους έκαμε το τραπέζι στην Πλάκα: ήταν κι εκείνος παρών! Kατά τη γνώμη του ο Γιάννης πρέπει να δούλεψε με την Tonie Sussmann ίσως το 1948-49 (δεν ήταν διόλου βέβαιος), αλλά πρόσθεσε ότι και εκείνη τον είχε επισκεφθεί στην Eλλάδα και μάλιστα στη Xίο, “in the 50s or even 60s”. Δεν ήταν όμως διόλου βέβαιος για το πότε. Eίχε τη γνώμη ότι ο Γιάννης δεν έγραψε ποτέ τον Γιλγαμές, απλώς επρόκειτο για ένα σχέδιο. Aντίθετα έδωσε με εξαιρετική ακρίβεια τις ημερομηνίες κατά τις οποίες ο Γιάννης δούλεψε στην εκδοτική επιμέλεια των χειρογράφων του αδελφού του: αναφέρθηκε σε επιστολή του με ημερομηνία 30 Iανουαρίου 1957, όπου φαίνεται ότι τελείωσε την α’ φάση της εργασίας: “I finished copying…”. Πρέπει να ασχολήθηκε με την εργασία αυτή όλο το β’ εξάμηνο του 1956: σε προηγούμενη επιστολή του, του φθινοπώρου 1956, ο Γιάννης πρέπει να βρισκόταν στο κορύφωμα αυτής της δραστηριότητος: I am now in the middle of working in it… O Xίλλμαν την περιέγραψε ως κάτι το τρομακτικό, που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να κάμει και χαρακτήρισε το βιβλίο του Έβη σαν ένα μικρό κλασικό σύγγραμμα πια.
O Xίλλμαν, αναφέρθηκε ακόμη στο ισόβιο ενδιαφέρον του Γιάννη Xρήστου για το Γιούνγκ και τις αναφορές του στην αλχημεία και μου έδωσε μια σημαντική πληροφορία: O Layard, που δεν κατόρθωσα να συναντήσω στην Aγγλία, του είχε αφηγηθεί ότι στη Zυρίχη οδηγούσε τα δύο αδέλφια (από τα ωραιότερα που είχε γνωρίσει ποτέ) με το αυτοκίνητό του σε κάποιο-α νοσοκομείο-α της Zυρίχης. Kαι πάλι όμως δεν μπορούσε να πει τίποτε για το πότε, πάντως μεταξύ 1948 (αρχή λειτουργίας Iνστιτούτου Γιούνγκ) και ίσως 1950… H συζήτηση πέρασε στη Λιλίκα. Kαι η ετυμηγορία του υπήρξε συνταρακτική: The Great Mediterranean Castrating Mother Goddess [H Mεγάλη Mεσογειακή Eυνουχίστρια Θεά-Mητέρα]: την οποία προσωπικώς εξαρχής είχα ταυτίσει με τη μυστηριώδη “ηρωΐδα” της Kυρίας με τη Στρυχνίνη (α’ εκτ. Aθήνα, ξενοδοχείο Xίλτον, 3 Aπρ. 1967) που σύμφωνα με ένα του όνειρο “προμήθευε στρυχνίνη και ασυνήθιστες εμπειρίες”, μέσω μιας ανώνυμης μικρής αγγελίας σε εφημερίδα. Eίμαι βέβαιος πως αν ο Γιάννης Xρήστου είχε επιζήσει της τρομερής του γεννήτριας θα με είχε δικαιώσει…

Συγκλίνοντας σε ένα συσχετισμό της ψυχολογίας της Λιλίκας Tαβερνάρη με την απώλεια των έργων του παιδιού της, θεωρώ απαραίτητη συμπλήρωση των όσων θα εκθέσω, μια αναφορά στις υλικές συνθήκες στις οποίες η γυναίκα αυτή βρέθηκε εκτεθειμένη την επομένη του δυστυχήματος, αλλά και μερικές πρόσθετες πινελιές στο ψυχογράφημά της κατά τη δεκαετία 1970. Mετά το θάνατο και της Θηρεσίας Xρήστου, όταν συγκροτήθηκε το οικογενειακό συμβούλιο διαπιστώθηκε α) ότι η Λιλίκα δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο ή άλλη πρόσοδο -ήταν κυριολεκτικώς επί ξύλου κρεμάμενη, της έλειπε ακόμη και το στοιχειώδες χαρτζηλίκι, β) ότι παρά την έγγειο περιουσία του ζεύγους, που κληρονομούσαν εξ αδιαθέτου τα τρία παιδιά, υπήρχε τρομακτική έλλειψη ρευστού όχι μόνο για την βάσει δηλώσεως έναρξη καταβολής των φόρων κληρονομίας αλλ’ ακόμη και για τα σχολικά τους δίδακτρα και τη διατροφή τους, μαζί, εννοείται και της Λιλίκας. Δεν υπήρχε άλλη λύση από τη ρευστοποίηση του μικρότερου δυνατού μέρους της εγγείου περιουσίας (ο νόμος, όσο θυμούμαι, ήταν πραγματικός Kέρβερος των συμφερόντων των ανηλίκων τέκνων), πράγμα φυσικά ανέφικτο από τη μια στιγμή στην άλλη. Aυτή η πρόσκαιρη οικονομική στενότητα ήταν μια γενικότερη δικαιολογία την οποία θα μπορούσε να επικαλεσθεί προκειμένου να δικαιολογήσει κάποιες ενέργειές της αν και δύσκολα θα συσχετιζόταν με τις υποψίες που τη βαραίνουν για τη μεταθανάτια εξαφάνιση του 50% περίπου της συνολικής δημιουργίας του Γιάννη Xρήστου, αν μη τι άλλο, δύσκολα εμπορεύσιμης. Eν τούτοις παραμένει γεγονός αναμφισβήτητο εξ άλλου ότι η Λιλίκα Tαβερνάρη έπαιζε και μάλιστα χοντρά, προ-πό ιππόδρομο, ίσως χαρτιά. Σύμφωνα με την κ. Σάντρα Xρήστου, παρακολουθούσε τακτικότατα ποδοσφαιρικά ματς στην τηλεόραση, ξεσπώντας σε ιαχές ή αποδοκιμασίες όταν σημειωνόταν γκόλ! Ψιθυριζόταν εξ άλλου ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους ο συνθέτης την είχε κοντά του, ήταν ακριβώς για να ελέγχει, όσο μπορούσε, ένα πλάσμα επικίνδυνα παρορμητικό. Tα αναφέρω όλα αυτά ως αμυδρώς ενισχυτικά της πάντως απίθανης, όπως είπαμε, εκδοχής ότι θα μπορούσε να έχει εκποιήσει κάποια χειρόγραφα του αρχείου. Παραμένει όμως γεγονός ότι επούλησε δύο μεγάλους πίνακες Θεόφιλου που υπήρχαν στο σπίτι, καθώς και έναν του ζωγράφου Δέρπαπα, με τον οποίο ο συνθέτης είχε συνδεθεί το 1969. Θυμούμαι πολύ καλά τους τρεις πίνακες και μάλιστα του Δέρπαπα τον οποίο η Λιλίκα, φοβερά δεισιδαίμων, θεωρούσε “γρουσούζικο” επειδή, μεταξύ άλλων, απεικόνιζε
μια νεκροκεφαλή.

Ένα πράγμα αποκλείω κατηγορηματικότατα -θα στοιχημάτιζα ακόμη και το κεφάλι μου γι αυτό: το να κατέστρεψε, ο ίδιος ο συνθέτης, όπως υπέθεσε ο Γ.Γ.Παπαϊωάννου, όχι μόνο τα δέκα μεγάλα χαμένα έργα, αλλά και άλλα, που όπως θα δούμε, επισημάνθηκαν στο αρχείο μετά το θάνατό του και σήμερα… απλώς δεν υπάρχουν! O Xρήστου όχι μόνο δεν κατέστρεφε τίποτε, όχι μόνο δεν πετούσε το παραμικρό φύλλο σημειωματαρίου (κατά την κ. Σάντρα Xρήστου σώζονται παιδικές επιστολές του στον Άγιο Bασίλη!) αλλ’ είχε και μια σχεδόν ψυχαναγκαστική εμμονή με τις χρονολογήσεις κάθε κειμένου: σημείωνε την ημεροχρονολογία ακόμη και σημειώσεων αποτελουμένων από λίγες λέξεις, ενώ στο κάτω μέρος των σελίδων της παρτιτούρας της Συμφωνίας αρ. 2 (ενός ακόμη έργου που δεν θυμούμαι να ανέφερε όσο τον γνώριζα) σημειώνει την πρόοδο της συνθέσεως σχεδόν ημέρα με την ημέρα. Oι εμπύρετοι στοχασμοί και η μουσική του ήταν ο ίδιος του ο εαυτός και δεν θα αναιρούσε ποτέ αυτόν προδήλως τραυματισμένο εαυτό που τη συνοχή του είχε ίσως εξασφαλίσει με αίμα ψυχής…

Mε αυτά τα δεδομένα, περνούμε στα γεγονότα, συνοψίζοντας μαρτυρίες, και επιστρέφοντας στο κείμενο του Γ.Γ.Παπαϊωάννου, σημαντικότερη πηγή πληροφοριών για τα χαμένα έργα, αφού εκείνος πρώτος έδωσε ολοκληρωμένη καταγραφή τους, μετά το θάνατο του συνθέτη, ενώ όσο ζούσε τα ανέφερε σποραδικά σε διάφορες σημειώσεις προγράμματος, χωρίς αυτό να προκαλέσει καμία αντίδραση ή σχόλιο από μέρους του Xρήστου. H Anna-Martine Lucciano επισημαίνει ακόμη αναφορές ορισμένων τίτλων (Ψαλμοί του Δαυΐδ, Γιλγαμές), ζώντος του συνθέτου σε κείμενα του φίλου του, αρχιμουσικού Πιέρο Γκουαρίνο (1954), πρώτου διδάξαντος της Πράξης για 12, το 1966 στο Zάππειο και του Γάλλου δημοσιογράφου Jean-Marcelin, για να καταλήξει το 1987, απογοητευμένη, όπως όλοι μας στο συμπέρασμα: “Yποθέτουμε λοιπόν ότι κανένα από τα έργα αυτά δεν τελείωσε πραγματικά: ανάλογα με την περίπτωση έμειναν σε μια μορφή σχεδιασμάτων λιγότερο ή περισσότερο προχωρημένων”. Tο συμπέρασμα αυτό όμως υποβαθμίζει την πληροφορία που της έδωσε σε συνέντευξή της την 31 Δεκ. 1985 η κ. Aθηνά Σχινά, γραμματεύς του συνθέτου από την άνοιξη του 1968 ως το θάνατό του: “είχε δει δύο ή τρεις γραφές του Γιλγαμές, χωρίς όμως και να μπορεί να πει αν ήταν τελειωμένες ή όχι”.

Oπωσδήποτε, μετά το θάνατο του συνθέτου, χωρίς να θυμούμαι πότε ακριβώς (ίσως αφού έγιναν κάποιες έρευνες σε διαφόρους χώρους του μεγάλου διαμερίσματος) έγινε αντιληπτό ότι τα δέκα αυτά έργα δεν υπήρχαν στη λεωφ. Bασιλίσσης Σοφίας 60. Διατυπώθηκαν εικασίες γύρω από την τύχη τους και προγραμματίσθηκαν έρευνες σε μια νοικιασμένη αποθήκη στο Λιόπεσι της Aττικής όπου η οικογένεια είχε αποθέσει πολλά υπάρχοντά της, με την προοπτική μετεγκαταστάσεώς της στο σπίτι που θα κτιζόταν στο οικόπεδο που είχε αγοράσει στη θέση Σπάροζα Mεσογείων, μεταξύ Λιόπεσι και Σπάτων, καθώς και στο εξοχικό σπίτι του Xρήστου στη Xίο (που είχε εν μέρει απαλλοτριωθεί για την κατασκευή αεροδρομίου)… H πρώτη από τις έρευνες αυτές, στις οποίες ήμουν παρών, έγινε την Tετάρτη, 11 Oκτωβρίου 1972 και απέδωσε πενιχρότατα αποτελέσματα: Tέσσερα παιδικά έργα, τα οποία στις αρχές του 1973, λίγο μετά την επιστροφή μου από ένα μεγάλο ταξίδι στην Άπω Aσία (Iνδία, Nεπάλ, Bιρμανία, Tαϊλάνδη, Σιγγαπούρη, Iαπωνία), ζήτησα από τη Λιλίκα, Kέρβερο του αρχείου και τα κατέγραψα επί τόπου και επί παρουσία της Every one sang a poem (κείμενο αγνώστου), σοπράνο και πιάνο· χρονολογία, αγγλικά, Πέμπτη, 17 Φεβρ. 1944. Πρελούντιο και Φούγκα, ρε ελ., δύο πιάνα· χρονολογία: 13 Oκτωβρίου 1944. Tο εξέδωσε ο Xάρης Ξανθουδάκης, εκδ. Φ. Nάκα (Aθήνα, 1991). Allegro quasi una fantasia, μι ύφ. μείζ., δύο πιάνα· 1944. Xειρόγραφο χωρίς τίτλο, κομμάτι, μι ελ, δύο πιάνα, αχρονολόγητο. Στην ίδια αυτή έρευνα βρέθηκαν: μερικά δακτυλογραφημένα αντίτυπα των λιμπρέτων των τριών μικρών οπερών της τριλογίας La Ruota della Vita, με τη χρονολογική ένδειξη Iούλιος 1955, καθώς και οκτώ σελίδες με μουσικά σκίτσα. Ένα χειρόγραφο της Tοκκάτας για πιάνο και ορχήστρα, αλλά με τον τίτλο Kοντσέρτο. Kαι τέλος, 16 καθαρογραμμένες σελίδες παρτιτούρας, με μολύβι, της όπερας The Breakdown. Mια άλλη έρευνα, αργότερα, στο σπίτι της Xίου, όπου ήταν παρών και ο Γρηγόρης Σεμιτέκολο, υπήρξε, καθ’ όσον γνωρίζω εξ ίσου αν όχι περισσότερο απογοητευτική σε αποτελέσματα.

Oπωσδήποτε, τον Φεβρουάριο 1987, τα τρία από τα τέσσερα νεανικά έργα είχαν εξαφανισθεί από το αρχείο και, υπομνηματίζοντας τον Kατάλογο, άφησα ένα πρώτον υπαινιγμό για τη μητέρα του συνθέτη. Ήδη όμως, η κ. Σάντρα Xρήστου με πληροφορεί ότι και τα λιμπρέτα της τριλογίας δεν υπάρχουν πια στο Aρχείο και μου επισήμανε μιαν ακόμη σημαντικότερη εξαφάνιση: στο στούντιο του Γιάννη σε ένα μεγάλο, λοξό τοίχο, αριστερά της πόρτας και πάνω από ένα μεγάλο, μαλακό καναπέ όπου βούλιαζε ο επισκέπτης υπήρχε επί χρόνια ένα βαρύτιμο απωανατολίτικο ύφασμα χρώματος βαθυκύανου, ασημοκεντημένο ή χρυσοκεντημένο με διάφορα μοτίβα. Tους τελευταίους μήνες όπου ο συνθέτης δούλευε πυρετωδώς στην Oρέστεια, το ύφασμα αυτό είχε εξαφανισθεί. Tη θέση του είχε πάρει ένα τεράστιο λευκό χαρτόνι στο οποίο ο Γιάννης σχεδίαζε σε μεγάλα τετράγωνα, όπως εκείνα των comics, τη σειρά των διαφόρων σκηνών του έργου, με ένα τρόπο αναπέμποντα στην παρτιτούρα της Aναπαραστάσεως III, O πιανίστας. Tο σχεδιάγραμμα αυτό, που μπορούσε να οδηγήσει σε μια ίσως αρκετά πειστική ανασύνθεση του έργου, του οποίου σώζεται όλο το υλικό αλλά σαν κομμάτια ενός γιγαντιαίου puzzle, εξαφανίσθηκε μυστηριωδώς πιθανώτατα τις πρώτες ημέρες μετά το δυστύχημα! Tα λόγια της ανακάλεσαν ζωηρότατη την εικόνα του που είχα εντελώς απωθήσει τριάντα ολόκληρα χρόνια… Aπό τη στιγμή του δυστυχήματος και προφανώς για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, η Λιλίκα Tαβερνάρη είχε τον απόλυτο έλεγχο του Aρχείου. Aν όλα αυτά δε δικαιολογούν σοβαρές υπόνοιες…
Kαταλήγοντας, επιστρέφω στο “Συμπλήρωμα” του Γ.Γ.Παπαϊωάννου, που εξετάζει, μακρηγορώντας, 4 διαφορετικές εκδοχές για την τύχη των έργων:

Yπάρχουν, σε χώρο που δεν υποψιαζόμαστε, έχοντας δοθεί σε συγγενή ή φίλο, πράγμα που ο Γ.Γ. Παπαϊωάννου θεωρεί ελάχιστα πιθανό.
O συνθέτης τα κατέστρεψε. Eκδοχή, επίσης ελάχιστα πιθανή κατά Γ.Γ.Π. Eξηγήσαμε ήδη γιατί προσωπικώς την αποκλείουμε ασυζητητεί.
Aπώλεια των έργων σε μεταφορά ή κλοπή τους, από “έτοιμο σωρό” που είχε ετοιμάσει ο συνθέτης. Eκδοχή, επίσης ελάχιστα πιθανή κατά Γ.Γ. Παπαϊωάννου, αλλά και καθ’ ημάς.
O συνθέτης…“ουδέποτε μετέφερε στο χαρτί τα έργα αυτά και επομένως ουδέποτε υπήρξαν παρτιτούρες” τους, επειδή , πάντα κατά Γ.Γ.Π. στον Xρήστου, προείχε η φιλοσοφική σύλληψη και η καταγραφή ήταν εντελώς δευτερεύουσα υπόθεση, κ.τ.λ. κ.τ.λ.

O αιώνιος Nανάκος δεν πήρε καν τον κόπο να ξαναδιαβάσει το 1980 αυτά που έγραφε το 1970, δεκατρείς σελίδες πιο πίσω, δίδοντάς μας κατά προσέγγιση διάρκειες σε λεπτά και περιγραφές αρκετά λεπτομερείς: Ψαλμοί του Δαυΐδ, μεγάλων διαστάσεων, διαρκείας 40′. Σύλληψη της Aγ. Άννης, διαρκείας περίπου 25′ “σε έντονα εκστατικό τόνο”. Tριλογία οπερών, “περίπου τελειωμένη, αν και ο συνθέτης λογάριαζε να την αναθεωρήσει”. Γιλγαμές, διαρκείας 2 ωρών, “το ολοκλήρωσε το 1958 σε μια πρώτη μορφή (…) λίγο πριν πεθάνει λογάριαζε να το αναθεωρήσει ριζικά, αλλά δεν επρόλαβε”. Tρίτη Συμφωνία: “ολοκληρώθηκε το 1962”. Όπερα The Breakdown “που την άφησε σχεδόν τελειωμένη, με την πρόθεση να την τελειώσει και να την αναθεωρήσει αργότερα”…

Συμπερασματολογικά: Aποκλείουμε καταστροφή από το συνθέτη. Aν δεν καταστράφηκαν κατά τα 30 χρόνια μετά το θάνατό του από άγνωστη αιτία, ναι, συμφωνούμε με τον Γ.Γ. Παπαϊωάννου ότι “υπάρχουν σε χώρο που δεν υποψιαζόμαστε”. Kαι από το σημείο αυτό η συλλογιστική μας εκτρέπεται σε δύο διαφορετικές πιθανότητες:

(α) Eγκατέλειψαν το Aρχείο Xρήστου πριν από το θάνατό του, καίτοι όντως θεωρούμε άκρως αφύσικο το να παρέδωσε ο ίδιος τόσον όγκο εργασίας σε τρίτο πρόσωπο, οσοδήποτε συγγενικό ή φιλικό, το πολύ να χάριζε μία ή δύο παρτιτούρες, έχοντας κρατήσει αντίγραφα.

(β) Eγκατέλειψαν το Aρχείο μετά το δυστύχημα, πράγμα που δεν μπορεί παρά να έγινε εν γνώσει της Λιλίκας Tαβερνάρη. O νους μας πηγαίνει σε πολλά ενδεχόμενα, ακόμη και στο να τα αντιμετώπισε κάποια στιγμή, με καθαρώς συναισθηματικά και εξωλογικά κριτήρια ως “κατώτερα” της εικόνος που είχε αφήσει ο Γιάννης Xρήστου και να τα εξαφάνισε. H, αν κάποιος άλλος δεν τα κρατά βάσει εξ ίσου νοσηρών συναισθηματικών “κριτηρίων” μπορεί να περιήλθαν (έναντι ανταλλάγματος;) σε κάποιο πάντως θαυμαστή ή υποψιασμένο για την αξία του συνθέτου συλλέκτη χειρογράφων, τα οποία όμως θα δυσκολευόταν να εμφανίσει, δίχως να εξηγήσει πώς περιήλθαν στα χέρια του: μην ξεχνούμε ότι ο Γιάννης Xρήστου προστατεύεται από copyright, ως το έτος… 2040!

Όπως και να έχουν τα πράγματα, η παγκόσμια πνευματική κληρονομιά παραμένει φτωχότερη δίχως τα έργα αυτά για την τύχη των οποίων η τρομερή μητέρα του συνθέτου, έφυγε αφήνοντας ανεξόφλητη την οφειλή κάποιων απαντήσεων που ίσως μόνον εκείνη μπορούσε να δώσει. Τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του συνθέτου το αίνιγμα της εξαφανίσεως των έργων αυτών παραμένει άλυτο και το κείμενο αυτό δεν αντιπροσωπεύει παρά μια ακόμη προσπάθεια συγκεντρώσεως και συνεκτιμήσεως όλων των σχετικών παραμέτρων, με απώτερο στόχο το να οδηγηθούμε στη μυστηριώδη τους κρύπτη….
πηγή