Στέργιος Τσακίρης

Στέργιος Τσακίρης 24γραμματαΖητήματα Ψυχολογίας,
Στέργιος Τσακίρης

γράφει ο Απόστολος θηβαίος

Διαβάστε όλες τις επιφυλλίδες του Απόστολου Θηβαίου στο 24grammata.com κλικ εδώ

Επειδή πιστεύω στη σύζευξη των τεχνών και την ανταπόκριση ενός ποιήματος μ΄όλους τους πιθανούς συνδυασμούς, επιστράτευσα το χαρακτικό του Βασίλη Χάρου, Σύνθεση με γυμνό, λιοθογραφία.
Η επιλογή του ποιήματος VI έγινε μ΄αφορμή τη διαβαθμισμένη έκφραση ειλικρίνειας του Στέργιου Τσακίρη, η οποία κατά τον γράφοντα ολοκληρώνεται ή ακόμη καλύτερα κορυφώνεται στους λιγοστούς φίλους και το πολύ φως.
Ξύπνησα
Και αντίκρισα τόσο φως
Που παραλίγο
Ν΄αναγγενηθώ
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα ποίημα. Τίποτε σπουδαίο, πάει να πει ούτε παρηχήσεις, ούτε όροι απαιτητικοί μιας φιλόδοξης ετυμολογίας. Τέτοια ποιήματα γράφονται μες σε σπίτια κλειστά, όταν παγώνει τ΄απόγευμα και λες, ετούτη η μέρα ποτέ δεν θα τελειώσει. Τέτοια ποιήματα γράφονται στην κουζίνα που βλέπει χώρους ακάλυπτους, ζωές που κυλούν πολύ κάτω απ΄τα πόδια μας. Είναι μηνύματα σ΄άδεια μπουκάλια που αφήνουν οι απελπισμένοι, οι τελευταίες, παιδικές μας φωνές. Τ΄αφήσαν σε μια ανθολογία και ήλπιζαν πως ποτέ μα ποτέ δεν πρόκειται ν΄απασφαλιστούν οι στίχοι του. Όμως εγώ βρέθηκα εμπρός του και δεν με νοιάζει αν το΄γραψε ένας φίλος ή κάποιος απ΄τους ποιητές που ποτέ δεν θα τιμήσουμε. Γιατί, τόσο φως ποτέ, γιατί καινούριες ζωές δεν έχει. Γιατί τέτοιες, μικρές συσπάσεις των χειλιών μας, τέτοιες ευκαιρίες να γίνουν επιτέλους χίλια κομμάτια οι καρδιές μας, αγαπώντας ολοένα και περισσότερο τους ήρωες και τις ζωγραφιές δεν θα υπάρξουν πολλές.

 

Μόνο εμπόδιο
Η έρημη ψυχή μου-
Μες στα χαλάσματα επίμονα έψαχνε

Και έτσι βάζω τα δυνατά μου και χαράζω τα ονόματα όσων γεννήθηκαν απόψε εντός μου πάνω σ΄επιφάνεια σκληρές. Φτιάχνω μια γυναίκα, έτοιμη να δώσει τη ζωή της στ΄όνειρο, μ΄ανεμίζοντα μαλλιά, ξέφρενων επιρρημάτων, ωραίων, ανεπανάληπτων προοπτικών. Έφτιαξα και ένα παράθυρο, ψηλό, στα μέτρα της έμπιστης επιφάνειάς μου. Στο μέσον κατέβαιναν τα σπίτια, στην πιο πικρή της ζωής μου παράταξη. Και ψηλά, ένα άσχημο φεγγάρι, δίχως καμιά συγγένεια με τα ρομαντικά, αυγουστιάτικα χειροφιλήματα. Φρόντισα μόνο να ΄χει το χρώμα του υδραργύρου και του πνιγμένου ήλιου, το ΄κανα τσίγγινο σαν των ποιητών. Πέρασα το χρώμα του με κιμωλία και τ΄άφησα να κρατιέται στα σκίαστρα του στενού μπαλκονιού. Η γυναίκα ήταν εξόχως μεγαλύτερη των σπιτιών και τα νερά λάδια επιδέξιων υδατογραφιών άφηναν μια θολή, όπως επιβάλλεται προοπτική του άκρου της. Πίσω της το μικρό, φωτισμένο παράθυρο που έκλαψε ο ποιητής.
Προτού εγκαταλείψω τη φαντασίωσή μου, έφερα κοντύτερα το παράθυρο, έτσι που το νησί και η γυναίκα και η εγκάρσια τομή της ζωής μας να μ΄ανήκει πέρα ως πέρα. Εκεί που ήταν το φεγγάρι υψώθηκε ο τοίχος με το σιδερένιο καθρέφτη. Τίποτε δεν με συγκρατεί απόψε και ο ουρανός ελεύθερος, να κρατιέται μονάχα απ΄ένα ρεφραίν λαϊκού τραγουδιού.

Μια όαση
Για να δροσιστεί
Μα
Οι φίλοι πιο λίγοι

Για την έρημη ψυχή σου, λοιπόν, για το πολύ, εκείνο φως, τους λιγοστούς σου φίλους και τη ζωή τη δίχως έρωτα, για όλα αυτά σου αφιερώνω αυτό το χαρακτικό. Δεν ξέρω να ζωγραφίζω. Όμως προσπάθησα τα θεωρήματα του Έκτορα να μεταφέρω στην πέτρα.
Και ο έρωτας

Γιατί αυτό το ποίημα και αυτό τ΄απόγευμα άξιζε να σωθούν.